Μιχάλης Αλμπάτης, Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους

Εκείνος πήρε μια καρέκλα και κάθισε απέναντί της, παρακολουθώντας τα ροζιασμένα και σκελετώδη της δάχτυλα καθώς ξεπλέκανε λεπτές τολύπες μαλλιού απ’ το περικάλυμμα της ρόκας, περνώντας το επιδέξια στην άκρια του αδραχτιού που με το άλλο χέρι της απαλά περιέστρεφε, τυλίγοντας στον ραδινό κορμό του το αναφυόμενο νήμα. Στα λιπόσαρκα χέρια της ήταν απλωμένο ένα δικτυωτό πρησμένων, βαθύγκριζων φλεβών, που δεν έμοιαζε τίποτα να κυλάει στο εσωτερικό τους, σαν αρτηρίες ενός ρευστού κάποτε μεταλλεύματος που ‘χει από χρόνια πια πετρώσει, με την επιδερμίδα τους γεμάτη ρωγμώσεις, τραχιές ζαρωματιές και καφετιούς λεκέδες, έχοντας πάρει με τον καιρό ένα ασημί και τεφρό επίχρισμα, μοιάζοντας με το φλοιό ενός κατάξερου δέντρου. Το πρόσωπό της, πλαισιωμένο απ’ το μαύρο τσεμπέρι και τις τούφες των κατάλευκων μαλλιών που από κάτω του ξεπετάγονταν, είχε την ίδια πένθιμη επίστρωση* οι ρυτίδες εκεί γίνονταν ακόμα πιο πυκνές, σκάβοντάς το σε βαθιές αυλακώσεις που αποτύπωναν σαν σε ανάγλυφο χάρτη το πλήθος των συγκινήσεων που είχαν την εύπλαστη εκείνη επιφάνεια στο εύρος μιας ολόκληρης ζωής οργώσει.”                                                                                                                Μιχάλης Αλμπάτης, Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους

 

Εμείς οι ερασιτέχνες της γραφής έχουμε συχνά την ελευθερία να γράφουμε τις σκέψεις μας εξ αφορμής της ανάγνωσης ενός βιβλίου χωρίς να ακολουθούμε τους κανόνες των βιβλιοκριτικών και συμβαίνει κάποτε να βρίσκουμε διάφορες ενδιαφέρουσες αρχικές ιδέες, τις οποίες αναπτύσσουμε σε ένα κείμενο, που ίσως να οδηγήσει και κάποιο άλλο πλάσμα να αναζητήσει το λογοτεχνικό έργο. Σε αυτή την περίπτωση, δεν είναι ολότελα άχρηστη η φλυαρία μας. Ωστόσο, συμβαίνει κάποιες άλλες φορές να αισθανόμαστε ότι θα ήταν φρονιμότερο να σιωπήσουμε και να αφήσουμε το ίδιο το κείμενο του συγγραφέα να μιλήσει, αφού αισθανόμαστε πώς όσο ενθουσιώδη λόγια κι αν γράψουμε θα μοιάζουν απολύτως ενδεή μπροστά στον εκφραστικό πλούτο του βιβλίου που διαβάσαμε και ίσως να μικραίνουν την αξία του χωρίς να το αξίζει.

Ξεκαθαρίζω, λοιπόν, εκ προοιμίου ότι το μυθιστόρημα των 468 σελίδων με τίτλο «Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους» είναι ένα απολύτως απολαυστικό, θαυμάσιο βιβλίο, γεμάτο ευφάνταστες και αξιοζήλευτες παρομοιώσεις, όπως η τυπική σκηνή μιας γιαγιάς από την Κρήτη μιας άλλης εποχής, την οποία παρέθεσα στην αρχή. Είναι μεγάλη επιτυχία να καταφέρει ένας συγγραφέας να κρατήσει τον αναγνώστη για τόσες πολλές σελίδες χωρίς ο δεύτερος να αισθάνεται ότι κάποιες προτάσεις ήταν αχρείαστες, κάποιες περιγραφές επαναλαμβανόμενες και κάποιες σελίδες θα άξιζε να λείπουν. Και ο Μιχάλης Αλμπάτης το καταφέρνει επιδεικνύοντας στόφα βαθιά ταλαντούχου συγγραφέα, με δεξιοτεχνία,  την οποία θα ζήλευε, κατά τη γνώμη μου, όχι μόνο ένας επίδοξος συγγραφέας, πράγμα φυσικό, αλλά ακόμη και ένας καταξιωμένος.

Παρασυρόμενη, λοιπόν, από το βιβλίο, θα μπορούσα να το παρομοιάσω με ένα ψηφιδωτό αποτελούμενο από ψηφίδες-ιστορίες πολλών διαφορετικών ανθρώπων, κρυφές και ανομολόγητες, τις οποίες αποκαλύπτουν με απόλυτη παρρησία μετά το θάνατό τους στο Φανούρη, ένα νεαρό αγόρι που ανακαλύπτει ότι μπορεί να ακούσει τους νεκρούς να μιλάνε. Ωστόσο, ακόμη και με αυτή την παρομοίωση, θεωρώ ότι αδικώ το βιβλίο κάπως, πρόκειται για ένα πολύ πιο σύνθετο έργο, που καταφέρνει να θίξει όλα τα θέματα που ενδιαφέρουν το συγγραφέα (και είναι πολλά) με πολύ καλά ζυγισμένη ισορροπία. Για παράδειγμα, το ερωτικό στοιχείο τονίζεται τόσο όσο χρειάζεται ως αντίπαλο δέος της απόλυτης επικράτειας του θανάτου και είναι ενταγμένο με απόλυτη αρμονία στο συνολικό σώμα της αφήγησης.Το εύρημα με το οποίο κλείνει το βιβλίο είναι ευφυές και μη προβλέψιμο αποδεικνύοντας ότι ο συγγραφέας έχει τον απόλυτο έλεγχο του εκτεταμένου υλικού που διαχειρίζεται και δεν παραλείπει να φωτίσει όλες τις οπτικές γωνίες ενδιαφέροντος.

Όσον αφορά το κομμάτι του βιβλίου περί ψυχής, δεν είναι φρόνιμο να σχολιάσω τις θέσεις του συγγραφέα δεδομένου ότι είναι ένα απολύτως ανοιχτό σε κάθε διάλογο θέμα και οι προσωπικές απόψεις κάθε ανθρώπου είναι θαυμαστά sui generis για όλους μας. Ωστόσο, οφείλω να πω ότι και σε αυτό το κομμάτι, όπως και στο σύνολο του βιβλίου, η λογοτεχνική εργασία, που έχει γίνει είναι τόσο εντατική και αξιοθαύμαστη, ώστε θα στοιχημάτιζα ότι ακόμη και ο πλέον απαιτητικός αναγνώστης θα σταθεί απέναντι στο συγγραφέα βγάζοντας το καπέλο του.

Advertisement
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.