Eduard von Keyserling, Κύματα

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι πολυπαραγοντική η απόφαση επιλογής ενός βιβλίου προς ανάγνωση. Τι γίνεται, όμως, όταν αφορά μια λέσχη ανάγνωσης; Σε αυτή την περίπτωση, θα πρέπει να λάβει κανείς υπόψη του σίγουρα το πώς θα αυξηθεί η πιθανότητα για τη μεγαλύτερη δυνατή αποδοχή του βιβλίου από τα περισσότερα μέλη. Έτσι, λοιπόν, έχοντας σαφή εικόνα για τη θερμή υποδοχή της βιβλιοφιλικής κοινότητας για τον εκδοτικό οίκο Loggia, αισθάνθηκα ότι θα είναι ασφαλής επιλογή ένα βιβλίο από αυτές τις εκδόσεις. Με τι κριτήριο, όμως, θα ήταν τα “Κύματα” και όχι κάποιο άλλο; Σίγουρα ο τίτλος έπαιξε υποσυνείδητα το ρόλο του και σίγουρα ο συνειρμός της θάλασσας μας δημιουργεί αμέσως την αναγκαία οικειότητα, μολονότι ο συγγραφέας Κάιζερλινγκ δεν είναι ευρύτερα γνωστός στην Ελλάδα παρά το γεγονός ότι είναι σημαντικός Γερμανός συγγραφέας των αρχών του εικοστού αιώνα. Για την επιλογή μου, επίσης, έλαβα υπόψη τις κριτικές του βιβλίου που βρίσκονται στη βάση της biblionet. Ιδιαίτερη εντύπωση μου έκανε η παρατήρηση ότι η θάλασσα είναι πρωταγωνίστρια στην ιστορία (όπως αναφέρεται στην κριτική του κου Αθανασιάδη) και ότι δεν είναι απλώς το φόντο, αλλά καταλύτης (όπως αναφέρεται στην κριτική της κας Ντούρου) και, βέβαια, έχοντας πλέον διαβάσει το βιβλίο συμφωνώ απόλυτα.

Προσωπικά, απόλαυσα πολύ το βιβλίο. Πρόκειται για ένα θαυμάσιο μυθιστόρημα με υποδειγματικά επιλεγμένες τις λέξεις, όπως είναι ίσως αναμενόμενο από ένα τυφλό πλέον και σημαντικό συγγραφέα που αφηγείται την ιστορία στις αδερφές του. Ιδιαίτερη αίσθηση προξενούν οι περιγραφές του φυσικού τοπίου, της θάλασσας, αλλά και της αλληλεπίδρασής τους με τα πρόσωπα της ιστορίας. Η λογοτεχνική πένα του Κάιζερλινγκ είναι έξοχη και περιεκτική χωρίς να κουράζει στο ελάχιστο με μακροσκελείς περιγραφές τοπίων, ενώ οι χαρακτήρες ξεδιπλώνονται μέσα από τα λόγια και τις πράξεις τους. Το βιβλίο ανήκει σε εκείνη την κατηγορία που είναι μικρά σε έκταση, αλλά μεγάλα σε γοητεία, σε εκείνη την κατηγορία που θα ήθελες να συνεχιστούν, όταν πλέον φτάνουν στο τέλος τους.

Η πλοκή έχει ως εξής αντιγράφοντας από το οπισθόφυλλο: “Η ωραία Ντοραλίς, που έχει εγκαταλείψει τον ηλικιωμένο σύζυγό της, κόμη Κένε-Γιάσκι, χάρη του νεαρού ζωγράφου Χανς Γκριλ, παραθερίζει σε θέρετρο των ακτών της Βαλτικής. Κοντά στην κατοικία των δυο εραστών, στη βίλα Μπούλενκρουγκ, η σύζυγος του στρατηγού Φον Πάλικο συγκεντρώνει για το καλοκαίρι την πολυμελή οικογένειά της. Κανείς δεν δείχνει διατεθειμένος να συγχωρήσει στην κόμησσα το σκάνδαλο που έχει προκαλέσει στους κύκλους τους. Ωστόσο, ο νεαρός ανθυπολοχαγός των Ουσάρων και μέλλων γαμπρός των Φον Πάλικο, ο Χίλμαρ, ερωτεύεται σφοδρά την Ντοραλίς. Το φως, οι αποχρώσεις των τοπίων ορίζουν την ιμπρεσιονιστική εικονοποιία του Κάιζερλινγκ, που σκιαγραφεί με λεπτότητα τις ψυχικές πτυχές και τις σχέσεις των ηρώων της αριστοκρατικής τάξης (του) καθώς παρακμάζει στο γύρισμα του 20ού αιώνα, στο «fin de siècle». Τα Κύματα (1911) θεωρούνται το αντιπροσωπευτικότερο μυθιστόρημα του Κάιζερλινγκ, ο οποίος επαινέθηκε από τον Ρίλκε ή τον Τόμας Μαν: «Με τη μελαγχολική του ειρωνεία, η ελαφρότητα, η χάρη, το αίσθημα καθήκοντος της αριστοκρατίας γίνονται υψηλή τέχνη».”

Posted in Η ιστορία της Αγγελικής | Leave a comment

Mike McCormack, Κόκαλα από ήλιο

Αριστούργημα είναι μια λέξη που θεωρείται πολυχρησιμοποιημένη, ποιά άλλη όμως θα πρέπει να χρησιμοποιήσω γι’ αυτό το χειμαρρώδες βιβλίο που σε παρασέρνει στη δίνη της εξομολόγησης του Μάρκους, τον οποίο νιώθεις ως αναγνώστρια/ης τόσο κοντά σου, ίσως να φταίει το γεγονός ότι ως χημικός μηχανικός μπόρεσα να έρθω κοντά στα επαγγελματικά προβλήματα του πολιτικού μηχανικού που αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο, ωστόσο, ακόμη και κάποιες σκέψεις που αφορούν αμιγώς τις προσωπικές και δη ενδοοικογενειακές σχέσεις του ήρωα, με έκαναν να νιώσω ότι άκουγα ένα φίλο να μου μιλάει παραληρηματικά, αλλά απολύτως συγκροτημένα και με άκρως ενδιαφέροντα τρόπο και όχι δεν τον βαρέθηκα ούτε στιγμή, ναι, να το διαβάσετε, δεν έχει καμία σημασία η έλλειψη τελείας σε ολόκληρο το βιβλίο, ο Μάρκους είναι εξαιρετικός αφηγητής και δεν θα μετανιώσετε για το χρόνο που θα του χαρίσετε ακούγοντας την ιστορία του

Posted in Η ιστορία της Αγγελικής | Leave a comment

Πέλα Σουλτάτου, Η θάλασσα δεν είναι μπλε

Κρήνη Morosini στο Ηράκλειο

Ίσως η ειδοποιός διαφορά ενός πραγματικά καλού βιβλίου από ένα τυχαίο βιβλίο που δεν είναι καλό να είναι η απόλαυση που αντλεί κανείς ακόμα και διαβάζοντας για δεύτερη φορά το ίδιο έργο. Αυτή τη σκέψη έκανα με τη δεύτερη ανάγνωση του “Η θάλασσα δεν είναι μπλε” με αφορμή την επικείμενη παρουσίαση του βιβλίου στο Ηράκλειο Κρήτης.

Η συλλογή των διηγημάτων, που είναι πιο προσωπικά και εξομολογητικά από ό,τι μας είχε συνηθίσει σε προηγούμενα βιβλία η συγγραφέας, ξεκινά με το πρώτο ταξίδι που γίνεται από το Ηράκλειο προς τη μυθική, για ένα παιδί που δεν την έχει επισκεφτεί ακόμη, Αθήνα, μέσω θαλάσσης με καράβι. Κι ίσως ακριβώς η διάσχιση της θάλασσας την οποία έχουμε όλοι μας συνδέσει με το βαθύ μπλε ή αλλιώς θαλασσί και το σκούρο μαύρο τη νύχτα να σηματοδοτεί το ταξίδι προς την ενηλικίωση για πολλούς από εμάς δεδομένου ότι ζούμε σε μια χώρα που έχει μεγάλη σύνδεση με το υγρό στοιχείο. Η σκέψη ότι η θάλασσα δεν είναι μπλε γίνεται μια καλή αφορμή για να συνειδητοποιήσουμε ότι η γνώση που έρχεται με την ωριμότητα στην πραγματικότητα δεν αφαιρεί από την ομορφιά των πραγμάτων, αντίθετα, προσθέτει μια νέα διάσταση στη γοητεία του κόσμου που καλούμαστε να ερμηνεύσουμε. Το νερό είναι διάφανο, επομένως, όχι η θάλασσα δεν είναι μπλε. Τι θα γινόταν, όμως, αν τη βλέπαμε διάφανη; Το τελευταίο διήγημα δίνει το έναυσμα να ονειρευτούμε ή/και να φιλοσοφήσουμε το μέλλον. Θα είμαστε περισσότερο σοφοί, όταν θα γίνει διάφανη η θάλασσα ή θα έχουμε ταυτόχρονα χάσει την ικανότητα να απολαμβάνουμε τις χαρές της ζωής όπως τη ζούμε τώρα; Η Πέλα Σουλτάτου γράφει: “…Κι όταν πια σκοτάδι, κι όταν πια τέλος οι εκρήξεις και το φως και οι τόποι και οι γενέτειρες, ακολουθεί η μνήμη των άλλων και τούτος ο δρόμος δεν έχει τελειωμό.” (πηγή)

Η λογοτεχνική πένα της Πέλας Σουλτάτου μου άρεσε ήδη από το πρώτο της βιβλίο και συνεχίζει να μου αρέσει σε όλα τα βιβλία της, πολύ διαφορετικά μεταξύ τους, ανεξαρτήτως αν είναι μυθιστόρημα, νουβέλα ή διηγήματα. Τα χαρακτηριστικά που θεωρώ ότι έχει η γραφή είναι: επιρροή από και ενσωμάτωση πολλών διαφορετικών αναγνωσμάτων, ερεθισμάτων της εμπειρίας σε ένα αυθεντικό, ιδιαίτερο και αναγνωρίσιμο προσωπικό ύφος, σαφής προσωπική οριοθέτηση στον πολιτικό χάρτη, την οποία δεν έκρυψε ποτέ, αναπάντεχο και ευφυές χιούμορ ακόμη και μιλώντας για τα πιο σοβαρά ζητήματα, αιχμηρή γραφή εναντίον όλων των ιδεών και καταστάσεων που αντιμάχεται, αγάπη και υμνητική στάση για τη ζωή χωρίς ίχνος στρουθοκαμηλισμού ως προς τα προβλήματά της και ως προς την σκληρότητα των ανθρώπων.

Ανήκω σε εκείνη την κατηγορία που ό,τι κι αν γράψει η Πέλα Σουλτάτου το διαβάζω και το απολαμβάνω. “Η θάλασσα δεν είναι μπλε” δεν αποτελεί εξαίρεση και είναι ένα βιβλίο που το συστήνω ανεπιφύλακτα.

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Πέλα Σουλτάτου, Ανκόρ

Η πρώτη επαφή με τη συγγραφέα έγινε με την εξαιρετική συλλογή διηγημάτων “Τα φώτα στο βάθος”.

Θυμάμαι καθαρά ότι η γραφή της με κέρδισε ήδη από τότε, το τεκμήριο εδώ και έκτοτε παρακολουθούσα τις συνεντεύξεις της, καθώς και ενδιαφέρθηκα αμέσως για το επόμενο βιβλίο της Πέλας Σουλτάτου με τίτλο “Ανκόρ”.

Ξαναδιαβάζοντας το μετά από έξι χρόνια διαπιστώνω ότι η μετάβαση της συγγραφέα από την μικρή φόρμα στο μυθιστόρημα υπήρξε και είναι άκρως επιτυχημένη και απολύτως γοητευτική. Το βιβλίο “Ανκόρ” είναι ένα απολαυστικό λογοτεχνικό έργο στο οποίο η συγγραφέας διαπραγματεύεται ένα εξόχως σημαντικό πολιτικοκοινωνικό πρόβλημα στον ιδιαίτερο μικρόκοσμο ενός νοσοκομείου (ο όρος μικρόκοσμος χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με το σύνολο της κοινωνίας) χρησιμοποιώντας όλα εκείνα τα μέσα που νοηματοδοτούν και ομορφαίνουν την ιστορία, αλλά και την ίδια τη ζωή, όπως μπορεί να είναι, παραδείγματος χάριν, η παρατήρηση ενός πουλιού που τσιμπολογάει ή η αφήγηση ενός κρυφού έρωτα στον εργασιακό χώρο.

Το θέμα του βιβλίου είναι οι επιθέσεις χρυσαυγητών σε αποκλειστικές νοσοκόμες αλλοδαπής καταγωγής σε χώρους νοσοκομείων. Μολονότι ούτε το θέμα ούτε ο χώρος δράσης προσφέρονται για τη δημιουργία ενός μυθιστορήματος για εύκολη και ανέμελη ανάγνωση, η συγγραφέας καταφέρνει με αξιοζήλευτη μαεστρία να γράψει μια ιστορία πολύ αισιόδοξη, υμνητική για τη ζωή, μεστή από συναισθήματα και τις σκέψεις που γεννιούνται για τους εργαζόμενους στον εν λόγω εργασιακό χώρο, που προφητεύει τη νίκη του αντιφασιστικού κινήματος. Οι ήρωες του βιβλίου είναι πολλοί και δεν κατονομάζονται, η συγγραφέας επιλέγει την περιγραφική ονομασία τους Αυτό που έχει σημασία, όμως, είναι ότι αποτυπώνεται η σκέψη τους, η οποία καθορίζει την δράση τους. Ακόμη κι ένας που κατονομάζεται ως μαχαιροβγάλτης και είναι ψηφοφόρος και μέλος της Χρυσής Αυγής παρουσιάζεται πραγματικός και όχι χάρτινος.

Πρόκειται για ένα αξιανάγνωστο λογοτεχνικό έργο, που το χάρηκα ίσως και περισσότερο από την πρώτη φορά ανάγνωσης, ένα βιβλίο που σε κάνει να θέλεις λίγες σελίδες ακόμη… και που όπως αναφέρει το οπισθόφυλλο, αφορά την πάλη του ανθρώπου ενάντια στο θάνατο, αλλά και στην πολιτική “ενσάρκωση” του θανάτου, το φασισμό.

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Μιχάλης Αλμπάτης, Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους

Εκείνος πήρε μια καρέκλα και κάθισε απέναντί της, παρακολουθώντας τα ροζιασμένα και σκελετώδη της δάχτυλα καθώς ξεπλέκανε λεπτές τολύπες μαλλιού απ’ το περικάλυμμα της ρόκας, περνώντας το επιδέξια στην άκρια του αδραχτιού που με το άλλο χέρι της απαλά περιέστρεφε, τυλίγοντας στον ραδινό κορμό του το αναφυόμενο νήμα. Στα λιπόσαρκα χέρια της ήταν απλωμένο ένα δικτυωτό πρησμένων, βαθύγκριζων φλεβών, που δεν έμοιαζε τίποτα να κυλάει στο εσωτερικό τους, σαν αρτηρίες ενός ρευστού κάποτε μεταλλεύματος που ‘χει από χρόνια πια πετρώσει, με την επιδερμίδα τους γεμάτη ρωγμώσεις, τραχιές ζαρωματιές και καφετιούς λεκέδες, έχοντας πάρει με τον καιρό ένα ασημί και τεφρό επίχρισμα, μοιάζοντας με το φλοιό ενός κατάξερου δέντρου. Το πρόσωπό της, πλαισιωμένο απ’ το μαύρο τσεμπέρι και τις τούφες των κατάλευκων μαλλιών που από κάτω του ξεπετάγονταν, είχε την ίδια πένθιμη επίστρωση* οι ρυτίδες εκεί γίνονταν ακόμα πιο πυκνές, σκάβοντάς το σε βαθιές αυλακώσεις που αποτύπωναν σαν σε ανάγλυφο χάρτη το πλήθος των συγκινήσεων που είχαν την εύπλαστη εκείνη επιφάνεια στο εύρος μιας ολόκληρης ζωής οργώσει.”                                                                                                                Μιχάλης Αλμπάτης, Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους

 

Εμείς οι ερασιτέχνες της γραφής έχουμε συχνά την ελευθερία να γράφουμε τις σκέψεις μας εξ αφορμής της ανάγνωσης ενός βιβλίου χωρίς να ακολουθούμε τους κανόνες των βιβλιοκριτικών και συμβαίνει κάποτε να βρίσκουμε διάφορες ενδιαφέρουσες αρχικές ιδέες, τις οποίες αναπτύσσουμε σε ένα κείμενο, που ίσως να οδηγήσει και κάποιο άλλο πλάσμα να αναζητήσει το λογοτεχνικό έργο. Σε αυτή την περίπτωση, δεν είναι ολότελα άχρηστη η φλυαρία μας. Ωστόσο, συμβαίνει κάποιες άλλες φορές να αισθανόμαστε ότι θα ήταν φρονιμότερο να σιωπήσουμε και να αφήσουμε το ίδιο το κείμενο του συγγραφέα να μιλήσει, αφού αισθανόμαστε πώς όσο ενθουσιώδη λόγια κι αν γράψουμε θα μοιάζουν απολύτως ενδεή μπροστά στον εκφραστικό πλούτο του βιβλίου που διαβάσαμε και ίσως να μικραίνουν την αξία του χωρίς να το αξίζει.

Ξεκαθαρίζω, λοιπόν, εκ προοιμίου ότι το μυθιστόρημα των 468 σελίδων με τίτλο «Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους» είναι ένα απολύτως απολαυστικό, θαυμάσιο βιβλίο, γεμάτο ευφάνταστες και αξιοζήλευτες παρομοιώσεις, όπως η τυπική σκηνή μιας γιαγιάς από την Κρήτη μιας άλλης εποχής, την οποία παρέθεσα στην αρχή. Είναι μεγάλη επιτυχία να καταφέρει ένας συγγραφέας να κρατήσει τον αναγνώστη για τόσες πολλές σελίδες χωρίς ο δεύτερος να αισθάνεται ότι κάποιες προτάσεις ήταν αχρείαστες, κάποιες περιγραφές επαναλαμβανόμενες και κάποιες σελίδες θα άξιζε να λείπουν. Και ο Μιχάλης Αλμπάτης το καταφέρνει επιδεικνύοντας στόφα βαθιά ταλαντούχου συγγραφέα, με δεξιοτεχνία,  την οποία θα ζήλευε, κατά τη γνώμη μου, όχι μόνο ένας επίδοξος συγγραφέας, πράγμα φυσικό, αλλά ακόμη και ένας καταξιωμένος.

Παρασυρόμενη, λοιπόν, από το βιβλίο, θα μπορούσα να το παρομοιάσω με ένα ψηφιδωτό αποτελούμενο από ψηφίδες-ιστορίες πολλών διαφορετικών ανθρώπων, κρυφές και ανομολόγητες, τις οποίες αποκαλύπτουν με απόλυτη παρρησία μετά το θάνατό τους στο Φανούρη, ένα νεαρό αγόρι που ανακαλύπτει ότι μπορεί να ακούσει τους νεκρούς να μιλάνε. Ωστόσο, ακόμη και με αυτή την παρομοίωση, θεωρώ ότι αδικώ το βιβλίο κάπως, πρόκειται για ένα πολύ πιο σύνθετο έργο, που καταφέρνει να θίξει όλα τα θέματα που ενδιαφέρουν το συγγραφέα (και είναι πολλά) με πολύ καλά ζυγισμένη ισορροπία. Για παράδειγμα, το ερωτικό στοιχείο τονίζεται τόσο όσο χρειάζεται ως αντίπαλο δέος της απόλυτης επικράτειας του θανάτου και είναι ενταγμένο με απόλυτη αρμονία στο συνολικό σώμα της αφήγησης.Το εύρημα με το οποίο κλείνει το βιβλίο είναι ευφυές και μη προβλέψιμο αποδεικνύοντας ότι ο συγγραφέας έχει τον απόλυτο έλεγχο του εκτεταμένου υλικού που διαχειρίζεται και δεν παραλείπει να φωτίσει όλες τις οπτικές γωνίες ενδιαφέροντος.

Όσον αφορά το κομμάτι του βιβλίου περί ψυχής, δεν είναι φρόνιμο να σχολιάσω τις θέσεις του συγγραφέα δεδομένου ότι είναι ένα απολύτως ανοιχτό σε κάθε διάλογο θέμα και οι προσωπικές απόψεις κάθε ανθρώπου είναι θαυμαστά sui generis για όλους μας. Ωστόσο, οφείλω να πω ότι και σε αυτό το κομμάτι, όπως και στο σύνολο του βιβλίου, η λογοτεχνική εργασία, που έχει γίνει είναι τόσο εντατική και αξιοθαύμαστη, ώστε θα στοιχημάτιζα ότι ακόμη και ο πλέον απαιτητικός αναγνώστης θα σταθεί απέναντι στο συγγραφέα βγάζοντας το καπέλο του.

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Massimo Recalcati, Τα χέρια της μητέρας

Αν ισχύει η ρήση του Marcel Proust ότι : “Στην πραγματικότητα, κάθε αναγνώστης είναι, καθώς διαβάζει, αναγνώστης του ίδιου του του εαυτού.”, τότε αυτή η αλήθεια βρίσκει την πλήρη της εφαρμογή στο βιβλίο του Massimo Recalcati «Τα χέρια της μητέρας». Προσωπικά, καθώς διάβαζα το βιβλίο, αλλά και καθώς επανήλθα στα αποσπάσματα που με ενδιέφεραν και είχα σημειώσει με σελιδοδείκτες, διαπιστώνω κάθε φορά ότι είναι γραμμένο με μεγάλη τρυφερότητα και βαθιά επίγνωση του ρόλου της μητέρας, καθώς επίσης και της πολυπλοκότητας αυτής της ιδιότητας. Αξίζει να τονιστεί ότι ο συγγραφέας γράφει στην αφιέρωσή του “Σ’ όλες τις μητέρες που έχω ακούσει“, καθώς επίσης ξεκινάει τον επίλογο με τη φράση “Έγραψα αυτό το βιβλίο γιατί ήθελα να είμαι δίκαιος με τη μητέρα.” Αξίζει, επίσης, να διαβάσει κανείς την απάντησή του στην ερώτηση της Μαριαλένας Σπυροπούλου από συνέντευξη που βρίσκεται διαθέσιμη στην ιστοσελίδα της Καθημερινής (πηγή):

– Θυμάμαι ότι είχατε γράψει πως η μητέρα σας, σας πίεσε στο να μην εγκαταλείψετε το πλαίσιο του σχολείου. Ησασταν επαναστατικό παιδί;
– Εζησα με στρατευμένο τρόπο το κίνημα του 1977. Ημουν δεκαέξι ετών, έφηβος, αλλά είχα αναπτύξει με μεγάλο πάθος ενδιαφέρον για την πολιτική. Αυτό το πάθος προηγήθηκε του πάθους για την ψυχανάλυση. Ισως αυτό επηρέασε τη διαδρομή μου. Από παιδί θυμάμαι πως ο παππούς μου σκότωνε τα κουνέλια στην εξοχή της Λομβαρδίας όπου μεγάλωσα. Το θέαμα μου φαινόταν φρικτό. Η θέα της βίας που πλήττει τους ανυπεράσπιστους μου προκαλούσε αγανάκτηση. Ενστερνίστηκα από νεαρή ηλικία το μαρξιστικό ιδεώδες της πάλης των τάξεων για να σώσω όλα τα ανυπεράσπιστα κουνέλια του κόσμου. Δεν πίστεψα ποτέ στη βία ούτε καν στην επαναστατική. Για εμένα επαναστατική υπήρξε πάντοτε η επιθυμία. Η ψυχανάλυση έδωσε διέξοδο σε αυτή την αυθόρμητη σκέψη που πάντα με συνόδευε. Η μητέρα μου με εμπόδισε να εγκαταλείψω το σχολείο τα χρόνια εκείνα. Της οφείλω πολλά. Μου είπε ότι μπορούσα να μην είμαι όπως ήταν εκείνη υποχρεωμένη από τη φτώχεια να εργάζεται από μικρό παιδί, ότι θα μπορούσα να μελετήσω και να διευρύνω τον ορίζοντα του κόσμου. Ακολούθησα τα λόγια της.

Τα σημεία ενδιαφέροντος στο βιβλίο, που έχει μεταφραστεί υποδειγματικά από τον Χρήστο Πονηρό, είναι πραγματικά πολλά και χρήσιμα. Δεν θα αναφερθώ σε όλα αυτά, επειδή προκρίνω την ανάγνωση του ίδιου του βιβλίου. Επίσης, θεωρώ ότι όλες οι δικές μου θέσεις μπορεί να αποτελέσουν προσωπικές ερμηνείες με τις οποίες μία άλλη αναγνώστρια ή ένας άλλος αναγνώστης ενδεχομένως να διαφωνήσει. Ωστόσο, θα σταθώ στις εξής δύο ακραίες εκδοχές της μητρότητας, όπως αυτές αναφέρονται στο βιβλίο: “η μητέρα-κροκόδειλος” και “η ναρκισσιστική μητέρα”. Γράφει, λοιπόν, ο Recalcati για την πρώτη:

Η θέση του Λακάν είναι ότι στο ασυνείδητο κάθε μητέρας -ακόμη και της πιο στοργικής και ειλικρινά αφοσιωμένης στο καλό των παιδιών της-, στην ίδια τη δομή της επιθυμίας της εδρεύει μια αδάμαστη ώθηση να τα καταστρέψει, σαν να ακολουθεί η ίδια τη διαδικασία της φαγοκυττάρωσης. Να λοιπόν η εικόνα του ανοιχτού στόματος του κροκόδειλου που θα ήθελε με λαιμαργία να τα καταβροχθίσει.

Αντίστοιχα, για τη δεύτερη εκδοχή γράφει:

Είναι η άλλη όψη της καταβρόχθισης: ζαμανφουτισμός, αδιαφορία, ολιγωρία, λιβιδινική αποεπένδυση απέναντι στο παιδί. Δεν συγκρατεί, δεν φυλακίζει, δεν κάνει σκλάβο το παιδί, αλλά το βιώνει ως βάρος, ως ζημιά, ως εμπόδιο στην ολοκλήρωσή της. Ο ψυχαναλυτής ακούει όλο και πιο συχνά ιστορίες από μητέρες ναρκισσιστικές.

Είναι φανερό ότι ανάμεσα στα δύο άκρα υπάρχουν πολλές διαβαθμίσεις και μάλλον οι περισσότερες μητέρες που γνωρίζουμε δεν βρίσκονται σε αυτά τα δύο άκρα, αλλά κάπου ενδιάμεσα. Ωστόσο, διαβάζοντας την ανάπτυξη των θέσεων του συγγραφέα στο βιβλίο, μία γυναίκα αναγνώστρια καλείται να κάνει την αυτοκριτική της, εφόσον συμβαίνει να είναι μητέρα και να προβληματιστεί για τη μελλοντική πιθανή εκδοχή του εαυτού της, εφόσον γίνει μητέρα μελλοντικά. Το γεγονός ότι ο συγγραφέας μοιράζεται με γενναιοδωρία την γνώση και την εμπειρία του ως ψυχαναλυτή καθιστά εξόχως σημαντική την ανάγνωση του βιβλίου και αυτή εδώ η ανάρτηση δεν έχει άλλο σκοπό παρά να υπερθεματίσει ως προς την αξία του να διαβαστεί από όσο δυνατόν περισσότερες γυναίκες, αφού η μητρότητα δεν είναι μόνο η κυοφορία και ο τοκετός ενός παιδιού, αλλά είναι, πρωτίστως και κατά κύριο λόγο, η φροντίδα ενός πλάσματος που μπορεί κάλλιστα να μην είναι το φυσικό μας παιδί, αλλά παραμένει ένα παιδί που χρειάζεται κάποια χέρια να το συστήσουν στον κόσμο.

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Λογοτεχνία και ενδοοικογενειακή βία

Πριν μιλήσω για τα βιβλία στα οποία αναφέρεται αυτή εδώ η ανάρτηση, σπεύδω να διευκρινίσω ότι η Κρήτη είναι ένας τόπος που αγαπώ και όχι μόνο επειδή είναι ο τόπος καταγωγής των εκλιπόντων γονιών μου. Μάλιστα συμφωνώ απόλυτα με τη διατύπωση της συγγραφέα Μαρίας Μανωλέλη στις 500 λέξεις στην Καθημερινή ότι: «τη συγκαταλέγω στα πιο όμορφα και αγαπημένα μου μέρη με τους πιο πονόψυχους και δοτικούς ανθρώπους» (πηγή). Τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου έζησα στην Αθήνα και επισκεπτόμουν την Κρήτη μόνο ως παραθερίστρια τα καλοκαίρια. Επομένως, ήταν φυσικό, όσο ζούσα εκτός Κρήτης, να μην έχω το ουσιαστικό κίνητρο να εμβαθύνω στα προβλήματα που παρουσιάζονται στο νησί (όπως για να αναφέρω ένα συγκεκριμένο παράδειγμα μπορεί να είναι η πλημμελής κατασκευή έργων οδοποιΐας), αλλά τα ανακαλύπτω πλέον στην καθημερινότητά μου λόγω της μόνιμης διαμονής μου με την οικογένειά μου στο Ηράκλειο από το 2019. Αυτός ο πρόλογος ήταν αναγκαίος, επειδή όσον αφορά το ζήτημα της ενδοοικογενειακής βίας, για το λόγο που μόλις προανέφερα, δεν μου είχε δοθεί ποτέ το αναγκαίο εξωτερικό ερέθισμα για να προβληματιστώ πάνω στο ζήτημα της έκτασης του φαινομένου στο νησί.

Διάβασα πρώτη φορά το βιβλίο «Ανάποδες στροφές» της Πέλας Σουλτάτου στην Αθήνα, όταν πρωτοκυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2019. Όταν είχα πλέον εγκατασταθεί μαζί με την οικογένειά μου μόνιμα στο νησί τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους και άκουσα ένα απόγευμα σε ένα τοπικό κανάλι να αναφέρεται η είδηση ότι ένας νεαρός επιτέθηκε με μαχαίρι στη μητέρα και αδερφή του, μόνο τότε μου ήρθε ως συνειρμός η υπόθεση του βιβλίου και ήταν η πρώτη φορά που σκέφτηκα ότι το περιγραφόμενο στο βιβλίο δραματικό περιστατικό δεν είναι απλώς και μόνο αποκύημα συγγραφικής φαντασίας, αλλά δύναται να έχει έρεισμα στην πραγματική ζωή.

Κατά τη γνώμη μου, η συγγραφέας Πέλα Σουλτάτου στο βιβλίο «Ανάποδες στροφές» αποτυπώνει  τόσο τον τρόπο που η τοπική κοινωνία με την παρωχημένη, αλλά παρούσα ακόμη, ιδέα μιας κακώς εννοούμενης ανδρικής περηφάνιας (ό,τι κι αν σημαίνει αυτός ο όρος) συντελεί, ώστε ο νεαρός ήρωας να προβεί σε μία παρορμητική πράξη για την οποία ευθύς αμέσως το μετανιώνει, επειδή εν τέλει δεν τον εκφράζει, όσο και τον τρόπο που η ευρύτερη κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα δημιουργεί σύμπλεγμα κατωτερότητας στα ευάλωτα κοινωνικά στρώματα, το οποίο δυνητικά ωθεί το άτομο σε εγκληματικές συμπεριφορές, οι οποίες δεν είναι σταθερές και παγιωμένες εκφάνσεις του χαρακτήρα, αλλά αποτελούν μεμονωμένες εκρήξεις του θυμικού. Επίσης, θεωρώ ότι η συγγραφέας φωτίζει το πλέον σκοτεινό σημείο στην υπόθεση της ενδοοικογενειακής βίας, που δεν είναι άλλο από την ευκολία  του θύματος να δώσει συγχώρεση στο θύτη τόσο λόγω της ύπαρξης πραγματικής αγάπης, που ωστόσο πολλές φορές  μπορεί να συνεργεί στη διαιώνιση της βίας, αφ’ ης στιγμής οδηγεί σε επανειλημμένα συγχωροχάρτια, όσο και λόγω της αποδοχής ότι οι εκρήξεις θυμού του αρσενικού που οφείλονται σε μια αίσθηση θιγμένου εγωισμού είναι συγχωρητέες, γιατί υποτίθεται ότι αυτή είναι η φυσική ροή των πραγμάτων.  Όμως, δεν είναι αυτή η φυσική ροή των πραγμάτων. Εμείς ως κοινωνία την έχουμε αφήσει να είναι αυτή και αυτή η πραγματικότητα δυνητικά αλλάζει.

Στο βιβλίο «Μέσα Πέτρα», η συγγραφέας Μαρία Μανωλέλη εκκινεί  με αφετηρία το θάνατο του θύτη και πατέρα συζυγοκτόνου να διερευνήσει τόσο τις επιπτώσεις στα αφανή θύματα πέρα της δολοφονημένης συζύγου, που δεν είναι άλλα από τα παιδιά, όσο και τις συνολικές ευθύνες της κοινωνίας στο να παραμείνει ένας εγκληματίας επί της ουσίας ατιμώρητος. Δεδομένης της πρώτης έκδοσης του βιβλίου τον Οκτώβριο του 2020 είναι ολοφάνερο ότι η συγγραφέας εντόπισε το πρόβλημα πολύ πριν συμβούν οι καταιγιστικές εξελίξεις στα ειδησεογραφικά δελτία του 2021 με το σοκαριστικό αριθμό των γυναικοκτονιών στις οποίες γίναμε όλοι μάρτυρες. Και είναι πολύ σημαντική αρετή του βιβλίου πέρα όλων των άλλων, όπως είναι η κινηματογραφική αφήγηση και η γνήσια συγκίνηση, το γεγονός ότι η συγγραφέας εντοπίζει και κάνει κοινωνό και τον αναγνώστη στην ιδέα ότι δεν αρκεί να εντοπίζουμε το πρόβλημα απλώς και μόνο στον δράστη και στον ψυχισμό του, αλλά να επισημάνουμε και το βαθμό που η κοινωνία με τις πράξεις ή τις παραλείψεις της μπορεί να συντελεί στη διατήρηση τέτοιων περιστατικών ιδίως και με την αποσιώπησή τους.

Τα δύο παραπάνω αναφερόμενα βιβλία είναι πολύ διαφορετικά όσον αφορά την πλοκή και την αφηγηματική τεχνική, πράγμα απολύτως φυσικό, αφού είναι γραμμένα από διαφορετικές συγγραφείς. Το στοιχείο, όμως, που με ώθησε να τα εντάξω σε μια από κοινού ανάρτηση είναι πιστεύω η κοινή έγνοια και από τις δύο συγγραφείς να αποφασίσουμε ως μέλη του κοινωνικού συνόλου να μιλήσουμε ευθέως για το πρόβλημα της ενδοοικογενειακής βίας, να αντιληφθούμε το βαθμό και την έκταση που έχει λάβει στο νησί της Κρήτης (Στις 24 Νοεμβρίου 2021 η ιστοσελίδα Νέα Κρήτη έχει άρθρο για πανευρωπαϊκή πρωτιά της Κρήτης στην κακοποίηση γυναικών και εφήβων) και να εργαστούμε ως κοινωνία προς την κατεύθυνση να αναχαιτίσουμε το φαινόμενο με κάθε πρόσφορο τρόπο.

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Νίκος Κουφάκης, Οικογενειακή πορσελάνη

Ο καλύτερος διαμεσολαβητής ανάμεσα σε ένα λογοτεχνικό έργο και σε μία πιθανή αναγνώστρια είναι, κατά τη γνώμη μου, το ξεφύλλισμα του βιβλίου πάνω στον πάγκο ενός βιβλιοπωλείου. Με αυτόν τον τρόπο, θα μπορούσε κατά τύχη να διαβάσει κανείς, για παράδειγμα, τη φράση : “Όταν τα πράγματα μέσα μου δυσκόλευαν, η μητέρα αποφάσιζε ένα βλέμμα που ξεφλούδιζε τις ενοχές μου” στη σελίδα 31 της «Οικογενειακής πορσελάνης» και να σχηματίσει αμέσως άποψη όσον αφορά το αν ο συγγραφέας μπορεί να γράψει με φρεσκάδα, ποιητικότητα και παραστατικότητα.

Ο δεύτερος καλύτερος διαμεσολαβητής είναι τα ίδια τα λόγια του συγγραφέα. Έτσι, λοιπόν, ακούγοντας το Νίκο Κουφάκη σε συνέντευξή του στην Ιωάννα Ταραμπίκου στην εκπομπή του Πρώτου Προγράμματος “Πολιτισμένα” (πηγή) να κάνει λόγο για “ανήσυχη ευθύνη” όσον αφορά τη βράβευση του βιβλίου με το βραβείο Διηγήματος 2015 από το Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών, καθώς επίσης να θέτει επί τάπητος αφενός το θέμα της ποιοτικής αξιολόγησης των βιβλίων που διαβάζονται από τη μεγαλύτερη μερίδα του αναγνωστικού κοινού και αφετέρου το ζήτημα του κατά πόσον συνιστούν λογοτεχνία όλα τα βιβλία για τα οποία καταγράφονται μεγάλες πωλήσεις, μου είναι απολύτως σαφές ότι ο συγγραφέας ενδιαφέρεται για την καλή λογοτεχνία και όχι συλλήβδην για όλα τα βιβλία που εκδίδονται.

Ο τρίτος καλύτερος διαμεσολαβητής είναι ασφαλώς οι κριτικές παρουσιάσεις από εγνωσμένου κύρους κριτικούς βιβλίων, οι οποίες υπάρχουν συγκεντρωμένες για κάθε βιβλίο στην ιστοσελίδα της biblionet. Από αυτές, επιλέγω εκείνη του Μάνου Στεφανίδη και θα ήθελα να συμφωνήσω απόλυτα και να προσυπογράψω τη φράση: “Η πορσελάνη του Κουφάκη, φτιαγμένη από υλικά αντοχής, λειτουργεί συχνά σαν ακριβές διαπασών: αντηχεί εικόνες από τον κινηματογράφο, τη μουσική, τη ζωγραφική… Κι αυτό κάνει τα πολυεπίπεδα κείμενά του άκρως γοητευτικά.” (πηγή)

Όλα τα παραπάνω είναι νομίζω αρκετά για να αποφασίσει κανείς κατά πόσον η “Οικογενειακή πορσελάνη” αποτελεί ένα ενδιαφέρον βιβλίο. Επομένως, τα παρακάτω που γράφονται έχουν να κάνουν αμιγώς με την προσωπική μου εμπειρία ως αναγνώστρια.

Οφείλω να ομολογήσω ότι άθελα μου, ενδεχομένως λόγω του τίτλου, είχα μια προκατασκευασμένη άποψη όσον αφορά τί ακριβώς διηγήματα επρόκειτο να διαβάσω, όταν πήρα στα χέρια μου το βιβλίο. Περίμενα, λοιπόν, να συναντήσω κλασική, συμβατική αφήγηση. Για καλή μου τύχη, αιφνιδιάστηκα ευχάριστα, καθώς τα διηγήματα αποδείχτηκαν πολύ περισσότερο ευφάνταστα και πρωτότυπα από εκείνα τα διηγήματα που είχα φτιάξει στο μυαλό μου και θα ήθελα να πω ότι, τελικά, μολονότι δεν είναι αρμοδιότητα δική μου να ορίσω τι συνιστά και τι όχι λογοτεχνία, μπορώ, ωστόσο, να δηλώσω ότι η καλή λογοτεχνία σίγουρα καταφέρνει να μας συγκινεί και να μας βάζει στον κόσμο του συγγραφέα. Επομένως θα ήθελα να πω ότι τα διηγήματα της ενότητας “Τα τιμαλφή του σπιτιού”, όπως άλλωστε και τα υπόλοιπα του βιβλίου, είναι θαυμάσια και εξόχως ιδιαίτερα διηγήματα και θα μπορούσαν δυνητικά να αποτελέσουν ένα πρώτης τάξεως υλικό για τη δημιουργία μιας περισσότερο εκτεταμένης και άκρως ενδιαφέρουσας νουβέλας, διότι θα ενδιέφερε πιστεύω και άλλους αναγνώστες να μείνουν λίγο περισσότερο στον κόσμο εκείνου του αγοριού που κρύβεται κάτω από το τραπέζι.

Φυσικά και παραδόξως, ο συγγραφέας έχει πιθανότατα προβλέψει μια τέτοια επισήμανση από τον αναγνώστη, όταν γράφει στο διήγημα “Ασκήσεις αναπνοής” : “οι περιγραφές είναι φλύαρες, θυμίζουν κεφάλαιο από μυθιστόρημα“. Επομένως, κατέχει συνειδητά και αριστοτεχνικά την τέχνη της αφαίρεσης κειμένου με τρόπο που το εναπομείναν κείμενο να αποκτά προστιθέμενη αξία αντί να φτωχαίνει.

Όμως, κάπου εδώ συνειδητοποιώ ότι έχω ήδη φλυαρήσει αρκετά. Καλύτερα να διαβάσει κανείς το ίδιο το βιβλίο αντί για τη συνέχεια αυτής της ανάρτησης.

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Περί βιβλιοκριτικής και άλλων δεινών της ανθρωπότητας

Θα εμπιστευόσασταν ποτέ έναν φιλόλογο για να σας κάνει σχεδιασμό βιομηχανικών εγκαταστάσεων; Η απάντηση είναι ένα ρητό και κατηγορηματικό όχι. Δεν θα το αναθέτατε ούτε καν σε έναν χημικό μηχανικό, αν δεν είχε την απαιτούμενη εμπειρία και εξειδίκευση σε αυτόν τον τομέα. Τότε γιατί να εμπιστευτείτε έναν χημικό μηχανικό για να σας κάνει βιβλιοκριτική; Η απάντηση είναι σαφής: Έκαστος στο είδος του και η γνωστή εταιρεία που όλοι ξέρουμε στους καφέδες. Όχι, δεν μπορεί ποτέ το μπλογκ ενός χημικού μηχανικού που τυχαίνει να έχει διαβάσει μια σειρά από σημαντικά βιβλία, όπως είναι ο Οδυσσέας του Joyce (πράγμα που οφείλεται στο μπλογκ του Μαραμπού και τον ευχαριστώ για τις σχετικές αναρτήσεις του), ο Επιτάφιος για ένα μικρό νικητή του Machado de Assis, καθώς και μία σειρά άλλα (403 από τον μετρητή του goodreads), να είναι εφάμιλλης αξίας και επιδραστικότητας όσο το μπλογκ του διαδικτυακού φίλου, Φώτη Καραμπεσίνη, ο οποίος γράφει εξαιρετικά, είναι πτυχιούχος Aγγλικής Φιλολογίας και έχει διαβασμένα 1.460 βιβλία (από τον μετρητή στο goodreads). Επομένως, όχι, δεν είναι όλα τα μπλογκ ισάξια, κάποιοι άνθρωποι είναι περισσότερο διαβασμένοι από κάποιους άλλους, όπως η διαδικτυακή φίλη Κατερίνα Μαλακατέ, την οποία θαυμάζω απεριόριστα και το μπλογκ της ήταν το πρώτο βιβλιοφιλικό μπλογκ που υπέπεσε στην αντίληψη μου και έγινε η αφορμή να γνωρίσω πολλούς υπέροχους ανθρώπους και την ευχαριστώ για αυτό.

Ωστόσο, υπάρχει το εξής δεδομένο, όλοι έχουμε γνώμη για το βιβλίο που διαβάσαμε. Μερικές φορές επιλέγουμε να την κρατήσουμε για τον εαυτό μας, επειδή δεν είμαστε οι απολύτως αρμόδιοι να μιλήσουμε δημόσια για ένα βιβλίο. Άλλοτε πάλι επιλέγουμε εντελώς ανθρώπινα να εκφράσουμε μια καλή κουβέντα στο συγγραφέα. Προσωπικά, ξεκίνησα αυτό εδώ το μπλογκ απευθυνόμενη κυρίως στις φίλες μου με σκοπό να της παρακινήσω να διαβάσουν τα βιβλία που μου άρεσαν. Δεν έτρεφα ποτέ την αυταπάτη ότι θα γίνω επιδραστική μπλόγκερ. Ούτε την τρέφω τώρα. Προσπαθώ απλώς να εκφράσω κάποιες σκέψεις, οι οποίες μπορεί να φαίνονται σε περισσότερο διαβασμένους ως κοινότοπες. Δεν πειράζει καθόλου. Υπάρχει κάποιος λόγος που κάθε μέρα λέμε καλημέρα το πρωί κι ας είναι η πιο κοινότοπη φράση του κόσμου.

Και κάτι ακόμη, η ικανότητα για οτιδήποτε δεν είναι σταθερή ιδιότητα. Το να γράφεις καλά είναι κάτι που καλλιεργείται. Απαιτείται να πετάξει βέβαια κανείς πολλά κείμενα από το παράθυρο μέχρι να κρατήσει αυτό που αξίζει. Αλλά όπως σωστά διαπίστωσε η φίλη Χρυσάνθη Πολύζου που έγραψε αυτό εδώ το υπέροχο ποίημα, που θα ήθελα να το είχα γράψει εγώ για τον άντρα μου, αυτό που έχει σημασία στην διαδικασία της γραφής είναι η δημιουργικότητα αυτή καθεαυτή. Και η αξία της δημιουργικότητας είναι ανεκτίμητη ανεξαρτήτως της αποδοχής του όποιου κοινού.

Σε κάθε περίπτωση, υπάρχει και ένας τουλάχιστον χημικός μηχανικός, που λέγεται Μιχάλης Μητσός, ο οποίος τα κατάφερε μια χαρά να γράψει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο. Αλλά αυτό δεν έγινε τυχαία, σε κάθε περίπτωση, τα εκφράζει ασφαλώς πολύ καλύτερα από εμένα ένας από τους αντικειμενικά πιο αξιόλογους μπλόγκερ της βιβλιοφιλικής μπλογκόσφαιρας, o Librofilo, εδώ.

Επομένως, μολονότι ο τίτλος αυτής της ανάρτησης είναι “Περί βιβλιοκριτικής και άλλων δεινών της ανθρωπότητας”, αυτό εδώ το κείμενο μιλάει για τη χαρά του να μοιράζεσαι τις σκέψεις σου με άλλους ανθρώπους. Είναι παγίδα του μάρκετινγκ ο τίτλος.

Posted in Uncategorized | 5 Comments

Μίκης Αναστασίου, Ο λογιστής

Μολονότι δεν τυχαίνει να είμαι ο εγνωσμένου κύρους βιβλιοκριτικός που αρθρογραφεί επί σειρά ετών σε κυριακάτικη εφημερίδα και, επομένως, ο πλέον αρμόδιος να συστήσει έναν καλό πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα στο αναγνωστικό κοινό, θα ήθελα να πω δυό λόγια για το “Λογιστή”, επειδή αποτελεί ένα βιβλίο που διαθέτει πολλές λογοτεχνικές αρετές, τις οποίες θα μπορούσαν να ζηλέψουν άλλοι εκκολαπτόμενοι επίδοξοι συγγραφείς.

Ο Μίκης Αναστασίου διαθέτει άψογη μαεστρία όσον αφορά την αφηγηματική τεχνική του, χειρίζεται την ελληνική γλώσσα με υποδειγματική συγγραφική δεξιότητα και διηγείται την ιστορία, η οποία είναι φαινομενικά απλή και καθημερινή όσον αφορά την πλοκή, με απόλυτα απολαυστικό τρόπο και λελογισμένη χρήση του χιούμορ. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα και προς επίρρωση των όσων μόλις ανέφερα θα παραθέσω την παρακάτω πρόταση: “Η σκέψη ότι καινούργιες γυναίκες θα αρχίσουν να κατρακυλάνε σαν πέτρες μπροστά στα μάτια του, […], γεννούσε μέσα του τρόμους κατολισθήσεων και όνειρα λιθοβολισμού” (σελ.64)

Ο κεντρικός ήρωας είναι στέρεος χαρακτήρας και άκρως ενδιαφέρων λόγω της γλαφυρότητας του τριτοπρόσωπου αφηγητή και το τί επίκειται να συμβεί στη ζωή του ενδιαφέρει πραγματικά τον αναγνώστη μολονότι είναι σαφές ότι δεν θα συμβεί τίποτα πολυπλοκότερο από απλά επεισόδια της πραγματικής ζωής, ενώ η ιστορία δεν παρουσιάζει πουθενά τη λεγόμενη … “κοιλιά” στη ροή της και κλείνει ευφυώς αφήνοντας τον κεντρικό ήρωα να συνεχίσει τη ζωή του μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα των αναγνωστών. Με λίγα λόγια, “Ο λογιστής” αποτελεί ένα λογοτεχνικό έργο που φανερώνει ότι ο συγγραφέας του είναι άνθρωπος διαβασμένος (δεν είναι πάντα αυτονόητο) με δυναμικό στη συγγραφική τέχνη.

Προσωπικά, είχα πολύ καιρό να συναντήσω βιβλίο, το οποίο με ανάγκασε να ανατρέξω στο λεξικό για να πληροφορηθώ τη σημασία λέξεων που δεν θυμάμαι να είχα συναντήσει ξανά. Αυτό δεν συμβαίνει καθόλου συχνά σε ένα σύγχρονο έργο. Παρά το γεγονός ότι θα μπορούσε κανείς να νομίσει ότι υπαινίσσομαι ότι υπάρχει εκζήτηση στην αφήγηση, θα ήθελα αντιθέτως να υπερθεματίσω ότι το κείμενο είναι εξαιρετικά καλοδουλεμένο και αρμονικό, δεν υπάρχει πουθενά η αίσθηση ότι παρεισφρέει αταίριαστο ύφος, ο συγγραφέας μοιάζει να έρχεται από το παρελθόν όσον αφορά το επίπεδο της γλωσσικής επάρκειάς του.

Αν θα έπρεπε να βρω οπωσδήποτε κάτι να πω για να βοηθήσω ενδεχομένως να γίνει ακόμη καλύτερο το επόμενο βιβλίο του Μίκη Αναστασίου, θα έλεγα ότι θα ήταν χρήσιμο να δοθεί περισσότερη έμφαση στο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο. Ανεξάρτητα από την προηγούμενη παρατήρηση, θα ήθελα να πω ότι “Ο λογιστής” ήταν ένα βιβλίο το οποίο χάρηκα πολύ που το διάβασα και καθόλου δεν βαρυγκόμησα, όπως είναι δυνατόν να συμβεί με άλλα βιβλία της σύγχρονης λογοτεχνίας είτε ελληνικής είτε ξένης. Ειλικρινά, θα με ενδιέφερε να παρακολουθήσω το επόμενο συγγραφικό βήμα του συγγραφέα.

Posted in Uncategorized | Leave a comment