40.Το όνειρο

Εκείνο το κυριακάτινο πρωινό ο Πέτρος ξύπνησε από ένα κακό όνειρο. Το προηγούμενο βράδυ είχε ονειρευτεί ότι είχε μεταμορφωθεί στον πρωταγωνιστή της “Δίκης”, Γιόζεφ Κ. Βεβαίως, τα γεγονότα που συνέβησαν στο δικό του όνειρο είχαν μια τροπή εμφανώς διαφορετική από την πλοκή του βιβλίου. Πάντως, θυμόταν ως κοινή αναφορά την επίσκεψη στο ζωγράφο Τιτορέλλι, καθώς επίσης και την αναμονή έξω από την πόρτα μπροστά στον φύλακα της πύλης του Νόμου.
Ίσως να διάλεξε επίτηδες να διαβάσει Κάφκα, για να απορροφηθεί ολοκληρωτικά, όταν η Αθηνά του τηλεφώνησε για να ακυρώσει το ραντεβού τους επικαλούμενη οικογενειακό λόγο ανεξάρτητο από τη θέλησή της. Δεν πειράζει, μια ακόμη ερωτική απώλεια το νωρίτερο δυνατό ίσως να ήταν καλύτερα. “Οι χαμένοι παράδεισοι είναι οι καλύτεροι παράδεισοι.”*
Το σίγουρο είναι ότι διάφοροι φόβοι εγκλωβισμένοι από την ημέρα της απόλυσής του σε κάποια γωνία του ασυνειδήτου βρήκαν διέξοδο να απελευθερωθούν μέσα από το εφιαλτικό σκηνικό μιας δίκης χωρίς κατηγορητήριο, που οδηγούσε από το ένα παράλογο επεισόδιο στο άλλο. Αλήθεια, τι λόγο μπορεί να είχε να αγοράσει τρεις ίδιους πίνακες με την ονομασία ‘‘Αγρία φύσις’’; Χρησιμεύει τελικά η τέχνη σε κάτι;
Ή τι απάντηση κι αυτή στον ιερέα της Μητρόπολης, όταν τον ρώτησε αν κρατάει στα χέρια του ένα προσευχητάριο: “όχι, ένα λεύκωμα με τ’αξιοθέατα της πόλης”. Μικρές πινελιές χιούμορ, που όντας νεώτερος αναγνώστης του βιβλίου, τις προσπέρασε χωρίς να της παρατηρήσει εγκλωβισμένος στην εφιαλτική δίνη της δίκης.
Η λογοτεχνία υποτίθεται ότι υπάρχει, επειδή βγάζει νόημα ή “Στην πραγματικότητα, κάθε αναγνώστης είναι, καθώς διαβάζει, αναγνώστης του ίδιου του του εαυτού.”* Αλλά τώρα ξυπνώντας και μην έχοντας φάει ακόμη το πρωινό του, τι σήμαιναν όλα αυτά; Τι ακριβώς ήταν αυτό που διάβασε για τον εαυτό του; Είναι το ανώτατο δικαστήριο η συνείδηση;

“Μα, δεν είμαι ένοχος”, είπε ο Κ., “πρόκειται περί πλάνης. Πώς μπορεί ένας άνθρωπος να είναι ένοχος; Όλοι μας είμαστε άνθρωποι, όλοι είμαστε ίδιοι.” “Αυτό είναι αλήθεια”, είπε ο ιερεύς, “αλλά έτσι μιλάνε όλοι οι ένοχοι.”
Franz Kafka, Η δίκη

*αποφθέγματα του Προυστ

Posted in Η ιστορία της Αγγελικής | Leave a comment

39.Επιστροφή

Φεβρουάριος 2018. Το Τυποποιητήριο Ελαιολάδου είχε έτοιμη την υποδομή και τις διαδικασίες, τα αρχεία του συστήματος διαχείρισης ποιότητας ήταν τακτοποιημένα στις θέσεις τους κι Αγγελική, επίσης, πανέτοιμη από ώρα να κλείσει το λαπτοπ και να ετοιμάσει τα πράγματά της για τη γλυκιά στιγμή, που επιτέλους θα επέστρεφε -που αλλού (;) παρά- στον δικό της κόσμο.


Πηγή φωτογραφίας

Κάποιο άλλο χέρι την ίδια στιγμή τακτοποιούσε τα βιβλία της παλιάς Εθνικής Βιβλιοθήκης στα νέα τους ράφια στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Πόσο θα προτιμούσε μια τέτοια δουλειά, κυρίως επειδή δεν γνώριζε τις δυσκολίες της. Ο καλύτερος παράδεισος είναι ο χαμένος παράδεισος. Του Μπαλζάκ πρέπει να είναι αυτό, της ήρθε αναλαμπή, αλλά δεν πρόλαβε να το γκουγκλάρει.
Και τότε, αναπάντεχα, χτύπησε το τηλέφωνο. Αυτό το τηλεφώνημα που είχε ξεχάσει πια ότι θα μπορούσε να συμβεί.
-Παρακαλώ;
-Καλησπέρα σας. Λέγομαι Εμμέλεια. Τηλεφωνώ για ένα μπλε τετράδιο, που έγραφε σημειωματάριο εξωτερικά. Είχατε κολλήσει μια ανακοίνωση γι’αυτό σε στάση λεωφορείου.
-Ναι, φυσικά. Το θυμάμαι. Αν μου πείτε τι ήταν γραμμένο στην πρώτη σελίδα, θα καταλάβω αν είναι δικό σας.
-Είναι μια λατινική φράση. Inter faeces et urinam nascimur.
-Εντάξει, το δικό σας είναι. Ξέρετε τώρα βρίσκομαι εκτός Αθηνών. Να σας καλέσω το Σαββατοκύριακο για να σας το επιστρέψω;
-Αχ, φυσικά. Ευχαριστώ πάρα πολύ. Καλοσύνη σας.
-Ωραία, λοιπόν, θα ξαναμιλήσουμε. Γεια σας.
Επομένως, προέκυψε άλλη μια δουλειά που σύντομα η Αγγελική θα έφερνε εις πέρας. Και τώρα θα ετοιμαζόταν για το αεροδρόμιο. Θα ξεκίναγε το «Θείο τραγί» στην αίθουσα αναμονής. Δεν νοείται να ξέρει όλος ο κόσμος τον πρωτοποριακό, σουρεαλιστικό, ιδιόρρυθμο κύριο Σκαρίμπα εκτός απ’την ίδια.

Posted in Η ιστορία της Αγγελικής | Leave a comment

Georgi Gospodinov, Περί φυσικής της μελαγχολίας

Με πολύ γοητευτικό και γόνιμο τρόπο κατορθώνει να επανανοηματοδοτήσει το μύθο του μινώταυρου ο Georgi Gospodinov στο βιβλίο «Περί φυσικής της μελαγχολίας» παρατηρώντας το παρεξηγημένο τέρας σαν να ήταν ένα παιδί κλεισμένο στο υπόγειο. Ένα παιδί για το οποίο κάποιος θα πρέπει να αποκαταστήσει την αδικία που του έγινε (ας δούμε αυτή την οπτική γωνία: η ίδια η αδερφή του βοήθησε το δολοφόνο του). Ίσως τελικά και η ίδια η Βουλγαρία είναι μια παρεξηγημένη χώρα, ίσως γι΄ αυτό ο Economist το 2011 έκανε τόσο εύκολα λόγο για το πιο θλιβερό μέρος του κόσμου.
Ακόμη, ο συγγραφέας αξιοποιεί την έννοια του λαβύρινθου ως δομή οργάνωσης του περιεχομένου της ιστορίας του αφηγητή, που σε έναν παράλληλο διάδρομο είναι και η ιστορία της χώρας του. Στην ερώτηση γιατί το βιβλίο έχει λαβυρινθώδη μορφή, ο συγγραφέας απαντά: «Ο λαβύρινθος είναι η φυσική μορφή που λαμβάνουν οι αφηγήσεις μας, αλλά και οι ζωές μας. Αρχίστε λ.χ. να λέτε μια ιστορία και σύντομα θα διαπιστώσετε πόσες φορές σταματάτε, ξαναγυρνάτε πίσω, παρεκκλίνετε ασυναίσθητα προς άλλες κατευθύνσεις, μπαίνετε σε πλάγιους διαδρόμους. Αυτή είναι η φόρμα! Και θέλησα το μυθιστόρημά μου να την ακολουθήσει επειδή υπάρχει μια φωνή στο βιβλίο, αυτή του πρωταγωνιστή, η οποία διηγείται σε πρώτο ενικό πρόσωπο τις ιστορίες του πατέρα και του παππού, την ιστορία του Μινώταυρου αλλά και την ιστορία της μελαγχολίας, όχι μόνο του 20ού αιώνα αλλά και τη σημερινή. Πείτε μου, υπήρχε τρόπος όλα αυτά να μην είναι ένας λαβύρινθος; Ο λαβύρινθος τοποθετείται πιο κάθετα στον χρόνο απ’ ό,τι στον χώρο. Εδώ επομένως δεν υπάρχουν μεταμοντέρνες παγίδες. Αντιθέτως απευθύνομαι ευθέως στους αναγνώστες και τους λέω «εδώ σταματάμε». Διότι πλέον δεν γράφουμε τα μυθιστορήματά μας όπως στον 19ο αιώνα, κι αυτό το λέω με κάποια απογοήτευση. Το μυθιστόρημα πάντως δεν είναι ένα τρένο που αναχωρεί από το σημείο Α για να φτάσει γραμμικά στο σημείο Β. Το μυθιστόρημα είναι ένας λαβύρινθος στον οποίο μπαίνουμε όλοι οικειοθελώς για να απελευθερώσουμε εκεί μέσα, στους διαδρόμους του, τους δικούς μας Μινώταυρους, τους δαίμονες και τους φόβους μας. Υπάρχουν μοναχικοί Μινώταυροι που λουφάζουν μέσα στον καθένα μας» (πηγή).
Το μεγάλο προτέρημα του βιβλίου και η αληθινά ευχάριστη έκπληξη για τον αναγνώστη είναι η αίσθηση της προσωπικής ταύτισης με τις σκέψεις του αφηγητή που προσιδιάζουν στην παιδική ηλικία. Η λαβυρινθώδης αφηγηματική τεχνική, ιδιαίτερα από τη μέση και μετά, ίσως να κουράσει έναν αναγνώστη που προτιμά περισσότερο κλασικού τύπου αφηγήσεις με αρχή, μέση και τέλος. Όμως, το φαινομενικά ατάκτως εριμμένο και αποσπασματικό υλικό, ο συγγραφέας κατορθώνει να το επαναφέρει σε ένα κοινό συγκλίνον σημείο: η ύπαρξη του ανθρώπου μέσα από την ύπαρξη των ανθρώπων που τον καθόρισαν είτε ως αγαπημένα πρόσωπα είτε ως εξιδανικευμένες προσωποποιήσεις μιας συνεχώς απούσας ευτυχίας (που κάποτε έρχεται αναπάντεχα), η ύπαρξη του ανθρώπου ως ταύτιση με τη φύση, τα ζώα, τα κεράσια, το καθετί εντέλει που υπάρχει. Τελικά, το υλικό από το οποίο είμαστε φτιαγμένοι είναι κοινό: είναι ο λαβύρινθος. Και η έξοδος για τον καθένα από εμάς ίσως έχει μια συγκεκριμένη μορφή, ένα συγκεκριμένο ανθρώπινο πρόσωπο. Αυτό είναι ένας παράπλευρος διάδρομος.

Κατερίνα Τσαγκαράκη

Posted in Uncategorized | Leave a comment

38 …όπου εκείνες οδηγούν

Οι βιβλιογραφικές αναφορές που παρατίθενται στο τέλος μαρτυρούν ότι η ουσία και τα πιο σημαντικά κομμάτια αυτού του αφηγήματος είναι αληθινά παρά το γεγονός ότι βασίζεται στην φαντασία μου. Αυτό το κείμενο γράφτηκε, ειδικά σε πείσμα των πρόσφατων ειδησεογραφικών εξελίξεων, για άγνωστους σε μένα λόγους κι αισθάνομαι ευγνωμοσύνη για όσους ανθρώπους το ενέπνευσαν:
τους Τούρκους που δεν ήθελαν οι Έλληνες του Πόντου να φύγουν από τον τόπο τους, όπως αποτυπώθηκε στο βιβλίο “Καραμανίτες” του Χρήστου Σαμουηλίδη,
τους Τούρκους ψαράδες της πραγματικής ζωής που αιχμαλωτίστηκαν για πάντα στα δίχτυα της λογοτεχνικής στο βιβλίο “Οι βάρδιες των πουλιών”,
το συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη και τα παιδιά που συμμετείχαν στο Φθινοπωρινό Λογοτεχνικό Εργαστήριο 2019 στο Ηράκλειο, που μου έδωσαν ανέλπιστη χαρά ακούγοντας ένα προσχέδιο της ιστορίας και λέγοντας μου να μην την αφήσω, να τη γράψω,
τον άντρα μου, Αριστομένη Μάγνη, που με εμπνέει να διαβάζω την ιστορία των ανθρώπων πίσω από τον αριθμό 1922

Αν οι αναγνώσεις βιβλίων είναι ένας δρόμος, τότε ποιος είναι ο τόπος όπου εκείνες οδηγούν; Ας τολμήσουμε να δώσουμε μια απάντηση.

«Μην τα δώσεις τα λεφτά, πασά μου. Κι εμάς θα μας εδιώξουνε μία των ημερών.» Με τούτεσες τσι κουβέντες επολεμούσε ν’ αλλάξει τη γνώμη τ’ αντρός τση για την απόφαση απου ‘χενε παρμένη. Ένας κουρέας στο Ηράκλειο ήτονε κι εκείνη τον επροσφωνούσε πασά. Από αγάπη μα και πονηράδα. Να τον συβάσει ν’ αλλάξει γνώμη. Αν ήτονε πράμα άλλο, ξα του. Μα εδά, ήπρεπε ν’ ακούσει τη γυναίκα ντου, να συλλογιστεί τα κοπέλια ντου. Καλογυναικάδες ήτονε οι Κρητικοί κι ο Μουσταφά εφέντης το ίδιο. Μα εδά απού ήπρεπε να την ακούσει, δεν τση ‘δινε σημασία. Ήτονε, βέβαια, καλή η ζωή ντως. Οι δουλειές επήγαιναν καλά. Κι είχενε φίλους χριστιανούς και μουσουλμάνους να πίνουν τσι ρακές και να τρώγουν το μεζέ στο καφενείο του Χασάν εφέντη. Πράμα δεν έλειπε ντως. Μα ‘κείνη δε λησμονούσε τσι δυσκολίες τση ζήσης τσης απόταν κλέφτηκε με το γαλανομάτη μουσουλμάνο. Αποθαμένη είναι εδά μπλιο, ήλεγε ο πατέρας της, οντεσές μιλούσε για τη θυγατέρα του. Δεν τση το συγχωρούσε. Μήτε να τσι ξανοίγω δε θέλω, ήλεγε στο χωριό. Κι εμάνιζε με την κυρά Ρήνη, που επηγαίνε ντως λάδι και όλα τα καλά του θεού απ’ το μποστάνι, κρυφά από τον κύρη τσης. Μονάχα μια φορά ήδειξε το άλλο ντου πρόσωπο ο παππούς των κοπελιών. Οντεσάς έμαθε πως εγεννήθηκε ο εγγονός του, ο Ιμπραήμ, που τον λέγαν κι Αβραμάκη. Τον εσύβασε η κυρά Ρήνη και μια αποσπέρα κίνησε μαζί τση να επισκεφτεί τον απόγονο του. Κι η θυγατέρα σάστισε σαν είδε τον πατέρα τση ομπρός στη θύρα. Που ‘χενε πάει να δει το κοπέλι. Εμπήκε μέσα, το ξανοίγει κι αφήνει σκιας μια χρυσή λίρα κάτω απ΄το μαξιλάρι ντου. Κι ήφυγε κι απόης δεν ματαγιάηρε ποτέ του στο σπίτι ντως. Κι ας εγεννήθηκε στο μεταξύ κι η Αϊσέ, η εγγόνα του. Κι ας κάτεχε πως ο Μουσταφά εφέντης δεν εζήτηξε τση θυγατέρας του ν’ αλλαξοπιστήσει. Ίντα άλλο ήθελε;

-Μην τα δώσεις τα λεφτά, πασά μου. Κι εμάς θα μας εδιώξουνε μία των ημερών.
Μ’ αυτά τα λόγια προσπάθησε ν’ αλλάξει τη γνώμη του άντρα της για την απόφαση που είχε πάρει. Αλλά ο Μουσταφά της αποκρίθηκε:
-Σώπαινε, Κατερίνα, και τα ‘χω κάμει τα κουμάντα μου. Πράμα δε θα λείψει των κοπελιών. Ότι καλό κάμεις, ο Αλλάχ το επιστρέφει. Από τσ’ αρχές τσ’ Αυγούστου απού ‘ρθανε οι ανθρώποι, ήπρεπε να τως είχαμε συνδράμει. Εδά μπλιο ντρέπομαι το φαγί απού τρώγω.
-Μάνα, έχουμε και τη λίρα του πατέρα σου στα δύσκολα, είπε το αστείο του με σοβαρό ύφος ο Ιμπραήμ.
Ο Μουσταφά σηκώθηκε να φύγει.
-Αϊσέ, πάμε στο λιμάνι να δούμε το άσπρο λιονταράκι; Να δούμε ανέ κρατεί το βιβλίο;
Η Αϊσέ έτρεξε το κατόπι του. Άρπαξε στη χούφτα της το χέρι του πατέρα της και βγήκαν από τα σπίτι. Ακολούθησε πρόθυμα τον πατέρα της σε αυτό που είχαν σκηνοθετημένο ως μια αμέριμνη βόλτα.
-Πάμε να πάρουμε γάλα;
-Πρώτα πάμε στο λιμάνι, Αϊσέ, να δούμε αν έχουν έρθει άλλα παιδάκια σήμερα.
Ετούτη τη φορά η βόλτα ήταν για εκείνον μια αναμέτρηση με τη συνείδηση και τους φόβους του. Βάδιζε σκυφτός, με βήμα αργό που το παράσερνε η Αϊσέ για να το κάνει γρηγορότερο. Γιατί ποτέ ξανά δεν είχε ταραχτεί τόσο από μια κουβέντα της γυναίκας του. Κι εμάς θα μας εδιώξουνε μία των ημερών. Από πού να τους διώξουν; Από το σπίτι τους; Την Κρήτη; Οι λέξεις της γράφτηκαν σε μάρμαρο. Ήξερε πως ούτε εκείνοι οι πρώτοι πρόσφυγες από τον Πόντο που έφτασαν με το ατμόπλοιο «Σμύρνη» φαντάζονταν αυτή την εξέλιξη της ζωής τους κι όμως την έζησαν. Ίσως ποτέ δεν είχαν καν ακούσει μια αντίστοιχη κουβέντα από τα χείλη ενός οικείου να τους προϊδεάσει. Και τι θα εμπόδιζε τη βούληση του Αλλάχ να ορίσει μια παρόμοια μοίρα και για ‘κείνον. Ας είχε παντρευτεί χριστιανή, ούτε ο πατέρας της τον ήθελε. Αν ήταν στο χέρι του, καθόλου δεν θα εμπόδιζε το φευγιό τους.
Κατηφόριζαν προς τον Κούλε κι επιθυμούσε πιο πολύ κι από την κόρη του να δει το μαρμάρινο λιοντάρι και να πάρει δύναμη. Κόρη και γιος βάδιζαν με την λαχτάρα να δουν τη θάλασσα. Ακόρεστη λαχτάρα. Όσες φορές και να τη δεις, ποτέ δεν είναι αρκετές, ποτέ δεν είναι ίδια ούτε η θάλασσα ούτε ο άνθρωπος. Αχ, ας ήταν να βρεθούν εκεί την ώρα που θα έφτανε το πλοίο, να δει τους ανθρώπους και να τους βοηθήσει, έστω μ’ένα μπουκάλι γάλα. Μόνο να είναι χρήσιμος σε ανθρώπους που δεν είχε ξαναδεί ποτέ, μόνο αυτό θα αλάφρωνε τις σκέψεις του, θα καθάριζε το μυαλό του. Καθώς πλησίαζαν τα γαλανά νερά, το ήξερε όλο και πιο σίγουρα πως μια αόρατη δύναμη που άλλοι έλεγαν Γιαχβέ, άλλοι Χριστό κι εκείνος Αλλάχ, είχε καθορίσει τη θέλησή του με τρόπο αναπόδραστο. Δεν είχε καμμιά αμφιβολία ότι έκανε το σωστό, θα έδινε όλες τις εισπράξεις του Σαββατοκύριακου για τους πρόσφυγες.
Αλλά, ταυτόχρονα αναρωτιόταν αν εκείνο που τον οδηγούσε ήταν ο εγωισμός. Μήπως πίσω από την καλή του πράξη κρυβόταν η ελπίδα πως κάποιος άλλος θα βρεθεί να του την επιστρέψει, αν το χρειαστεί και η δική του οικογένεια, αν έρθει η ώρα; Μα, έστω κι έτσι, πόσο λιγότερο σημαντικό ήταν αυτό που έπραττε; Έστω κι αν ήταν λίγο, μαζί με εκείνο που έκαναν οι άλλοι Ηρακλειώτες ήταν αρκετό. Κι αν ήταν λίγο, είχε σκεφτεί τον τρόπο να το κάνει περισσότερο. Ούτε ετούτοι οι άνθρωποι ούτε ποτέ κανείς δεν έπρεπε να βρίσκεται σ’αυτή τη θέση.
Είχαν φτάσει στο κάστρο,ήταν πια φανερό πως για την ώρα δεν είχε έρθει κανένα πλοίο. Ίσως να μην ερχόταν σήμερα. Ανέμελη η Αϊσέ ξέφυγε απ΄το χέρι του. Έτρεξε να χαϊδέψει ένα όμορφο γάτο που χάθηκε γρήγορα τρέχοντας μακριά της.
-Άσε τον κάτη. Είναι άρρωστος. Κόλλησε ψείρες απ’ τους πρόσφυγες, είπε ένας ηλικιωμένος βρακοφόρος που βρέθηκε εκεί κοντά.
-Ψείρες έχεις εσύ, μέσα στην κεφαλή σου, αντιμίλησε η Αϊσέ, κι ο γέροντας σάστισε από το θάρρος του κοριτσιού. Δεν είχε τι να πει κι απομακρύνθηκε απρόθυμα σαν να τον τύφλωσε το φως του ήλιου.
-Έλα εδά να γιαήρουμε οπίσω στο σπίτι, Αϊσέ, την τράβηξε προς το μέρος του προστατευτικά ο Μουσταφά. Ήταν φιλήσυχος και φοβήθηκε. Αλλά του άρεσε η πυγμή της κόρης του. Κι ας διαισθανόταν μια υπόγεια συνάφεια με το χαρακτήρα του παππού της. Μα, μήπως μπορείς να πολεμήσεις το κακό μονάχα με την καλοσύνη;
Κοίταξε φευγαλέα το λευκό λιοντάρι πριν πάρουνε το δρόμο της επιστροφής. Θα ήταν κι εκείνο μια ακόμη εικόνα από όλα όσα θα του έλειπαν, αν κάποτε έφευγε από την Κρήτη. Ο ήλιος που το λούζει, η θάλασσα που το περικυκλώνει και το αγέρωχο κάστρο που το στηρίζει και δεν το έδιωξε ακόμη κανένας από εδώ. Αιώνιο σύμβολο. Αμετακίνητος κάτοικος ενός λιμανιού που σε καλεί να ταξιδέψεις μακριά του και να επιστρέφεις με συνοδοιπόρο τη νοσταλγία να ξαναδείς τα λιοντάρια του. Αυτόπτης μάρτυρας πως «μόλις έφτανε κανένα βαπόρι στον λιμένα του Ηρακλείου κι απεβίβαζε πρόσφυγες, οι Ηρακλειώτες αμέσως τους υπεδέχοντο ως ξένους τους.»
Άφησε την κόρη του στο σπίτι κι έφυγε έπειτα για την Κεντρική Επιτροπή Περιθάλψεως. Στην επιτροπή συνεισφορών συνάντησε το Γιάννη, που τον γνώριζε. Ο φίλος του ήταν ο υπάλληλος για την καταγραφή των δωρεών.
-Καλώς τον Μουσταφά.
-Ώρα καλή σου, Γιάννη. Αυτά είναι από εμένα. Μη γράψεις τ’ όνομά μου.
Ο Μουσταφά άφησε στον πάγκο τα χρήματα κι ο φίλος του τα μέτρησε.
-152 δραχμές και 50 λεπτά. Να τα μετρήσουμε σωστά να μη χαθούνε. Και γιάντα να μη γράψω τ’ όνομά σου; Εδά το ‘γραψα.
-Δεν το κατέχει η κυρά και θα μανίσει. Γράψ’ ένα άλλο, του είπε ψέμματα ο Μουσταφά.
Ο Γιάννης ήβαλε δυο μολυβιές απάνω απ’τ’όνομα του Γετιμάκη κι ήσβησέ το.

Κι εδώ επανερχόμαστε στο ερώτημα. Αν οι αναγνώσεις βιβλίων είναι ένας δρόμος, τότε ποιος είναι ο τόπος όπου εκείνες οδηγούν; Ίσως να είναι εκεί όπου ο αναγνώστης των βιβλίων γράφει δικές του ιστορίες. Ιστορίες για να μην ξεχνιέται το καλό που κάνουνε οι άνθρωποι. Γιατί το κακό δεν έχει ανάγκη. Δεν ξεχνιέται αυτό. Μόνο το καλό σβήνεται. Αλλά σβήνεται;

ΠΗΓΗ: Ευγενία Λαγουδάκη, Πρόσφυγες στο Ηράκλειο του μεσοπολέμου
ΠΗΓΗ: Ευγενία Λαγουδάκη, Πρόσφυγες στο Ηράκλειο του μεσοπολέμου
ΠΗΓΗ: Ευγενία Λαγουδάκη, Πρόσφυγες στο Ηράκλειο του μεσοπολέμου
ΠΗΓΗ: Εμμανουήλ Χαλκιαδάκης, Η εγκατάσταση των Μικρασιατών προσφύγων στο Ηράκλειο και η ανοικοδόμηση του ναού του Αγ. Νικολάου στη Νέα Αλικαρνασσό

ΠΗΓΗ: Νίκος Ανδριώτης, Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι στην Κρήτη 1821-1824

Posted in Η ιστορία της Αγγελικής | Leave a comment

37. Αναγνώσεις βιβλίων

Σε όσους διαβάζουν συστηματικά αυτό το ιστολόγιο (αν υποτεθεί ότι αυτό το είδος ανθρώπου δεν έχει εξαφανιστεί οριστικά), αλλά και σε όσους έχουν διαβάσει κατά καιρούς μία ή δύο αναρτήσεις, θα ήθελα να πω μια ιστορία.

Κάποτε υπήρξε μια κοπέλα που την έλεγαν Κατερίνα Τσαγκαράκη και ήταν χημικός μηχανικός. H λεπτομέρεια αυτή αξίζει να αναφερθεί για δύο λόγους:
α) για να αποσαφηνιστεί ότι δεν πρόκειται ούτε για φιλόλογο ούτε για άτομο που έχει επαγγελματική σχέση με το λογοτεχνικό ή γενικότερα το συγγραφικό χώρο,
β) γιατί με αυτή την ιδιότητα -εξ ορισμού- δεν μπορεί κανείς παρά να τα πηγαίνει καλύτερα με τους αριθμούς και τις χημικές ενώσεις παρά με τις λέξεις (εκτός αν τυχαίνει να είναι π.χ. ο Νίκος Σαραντάκος).

Η κοπέλα αυτή το καλοκαίρι του 2013 αποφάσισε να ξεκινήσει ένα βιβλιοφιλικό ιστολόγιο. Όλα ξεκίνησαν δι’ ασήμαντον αφορμήν. Πιο συγκεκριμένα, αναζητώντας στο διαδίκτυο μια γνώμη για το βιβλίο “Το όνομα του ρόδου” έτυχε να συναντήσει μια ανάρτηση, η οποία ήταν τόσο πλήρης και λεπτομερειακή, ώστε πρόδιδε το τέλος του βιβλίου. Αυτό τη θύμωσε και αφού ήπιε ξύδι, στη συνέχεια αποφάσισε ότι θα ξεκίναγε ένα συγγραφικό πείραμα. Το πείραμα αυτό συνίσταται στο να γράφει αναρτήσεις για εκείνη την κατηγορία ανθρώπων που θα είχαν τα εξής κοινά χαρακτηριστικά:

1.αγάπη για την ανάγνωση βιβλίων έστω και περιστασιακά (αλλά αληθινή αγάπη)
2.επιθυμία να διαβάζουν γνώμες για βιβλία σε κείμενα απλά και σύντομα, αλλά μεστά
3.το τρίτο δεν μπορώ να το προσδιορίσω, γιατί εσείς που διαβάζετε τώρα εδώ είστε μοναδικά πλάσματα (και κυριολεκτικά και μεταφορικά).

Οι αναρτήσεις αυτές άλλαξαν μορφή, όταν βρέθηκε στα χέρια της κοπέλας το βιβλίο του Machado de Assis με τίτλο “Επιτάφιος για ένα μικρό νικητή”.
Αντιστεκόμενη στην επιθυμία να αντιγράψει εκτενή αποσπάσματα, πράγμα που θα αποδείκνυε περίτρανα την ανικανότητά της να γράψει ένα δικό της κείμενο χωρίς να υποπέσει στο αμάρτημα της εκτενούς αντιγραφής (αμάρτημα εξίσου σοβαρό όσο η λεπτομερειακή μέχρι εξαντλήσεως παράθεση της πλοκής ενός βιβλίου) αποφάσισε να δανειστεί την ιδέα του βραζιλιάνου συγγραφέα.
Μικρά κεφάλαια με τίτλους αύξουσας αρίθμησης θα αποτελούσαν αυτόνομα τμήματα στην ιστορία της Αγγελικής με σκοπό να αποδοθεί ο τρόπος που επιδρούν τα βιβλία στη ζωή αυτής της ηρωίδας.
Η Αγγελική -περιττό να το πούμε- θα ήταν το alter ego της Κατερίνας. Αργότερα, εισχώρησε στην ιστορία ένα φλερτ -και παλιός συμφοιτητής- που λέγεται Πέτρος, η αδερφή του η Εμμέλεια, ακολούθως το νέο φλερτ του Πέτρου (που διαβάζει τον Οδυσσέα του Joyce στο μετρό), στη συνέχεια η μητέρα του Πέτρου και της Eμμέλειας (που είναι εναντίον της εντατικής ανάγνωσης) και δεν ξέρω ποιό άλλο πρόσωπο θα προστεθεί στην ιστορία αργότερα…
(Έτσι είναι τα πειράματα και στη χημεία και στη συγγραφική τέχνη: κάποτε ή πάντοτε βγαίνουν εκτός ελέγχου).

Όλη αυτή η ιστορία είναι μια φλύαρη εκδοχή του εξής αποσπάσματος από το «Γραμματικό πίθηκο» του Octavio Paz: “Να περπατάς: να διαβάζεις ένα κομμάτι εδάφους, να αποκρυπτογραφείς ένα απόσπασμα του κόσμου. Η ανάγνωση θεωρούμενη ως δρόμος προς κάτι…

Οφείλω θερμές ευχαριστίες στους συγγραφείς:

Μαλακατέ Κατερίνα για την προβολή των κειμένων μου για «To Σχέδιο» και το «Κανείς δε θέλει να πεθάνει» στη δημόσια ομάδα ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ και για την προσθήκη του ιστολογίου μου στα αγαπημένα του Διαβάζοντας (τι όμορφη έκπληξη!)

Σουλτάτου Πέλα για την προβολή των κειμένων μου για τις «Ανάποδες Στροφές» και το «Ανκόρ» στις σελίδες Πέλα Σουλτάτου και Ανκόρ αντίστοιχα.

Γλύκα Σπύρο για την προβολή του κειμένου μου για το «Θήτα» στη σελίδα Σπύρος Γλύκας-Spyros Glykas

Κιναλόπουλο Σταυριανό για την προβολή του κειμένου μου για το «ΚΙΧ» στην σελίδα Κιχ-αστυνομικό μυθιστόρημα του Σταυριανού Κιναλόπουλου, καθώς και για την ουσιαστική καθοδήγηση στα σεμινάρια θεατρικής γραφής

Μακριδάκη Γιάννη για την προβολή του κειμένου μου για το «Λαγού Μαλλί» στην σελίδα yiannismakridakis.gr

Τζαμιώτη Κωνσταντίνο για την προβολή του κειμένου μου για «Το Πέρασμα» στην προσωπική του σελίδα στο facebook, καθώς και για τις πολύτιμες συμβουλές στo εργαστήρι δημιουργικής γραφής

Posted in Η ιστορία της Αγγελικής | Leave a comment

36.Ξελογιάστρα μου Αθήνα

Όσο κι αν ήθελε να δραπετεύσει μακριά της, η Αγγελική ήξερε ότι αυτή ήταν η αγαπημένη της πόλη. Ακόμη κι αν επέλεγε να ζήσει σε μια άλλη, φορτωμένη με αναμνήσεις από επαναστάτες, συγγραφείς, καλλιτέχνες, μουσεία, γαστρονομικές εκπλήξεις, εμβληματικά αρχιτεκτονικά έργα, μια θλιμμένη ομορφιά και τη φωνή της Edith Piaf να τραγουδάει “Padam padam”, καθώς περπατάς έχοντας πλάι σου τη ροή του Σηκουάνα, αργά ή γρήγορα, θα επέστρεφε σε αυτή την πόλη, την Αθήνα, σαν να ήταν όχι εκείνη όπου γεννήθηκε από σύμπτωση, αλλά εκείνη που διάλεξε σοφά ανάμεσα σε τόσες άλλες.
Και στο επόμενο ταξίδι θα έπαιρνε την Αθήνα του ’50 μαζί της, μέσα από τα “Ελαφρά ελληνικά τραγούδια” , για να βρίσκεται πάντα κοντά της.

Κι αργότερα, αφού ολοκλήρωνε την ανάγνωση και σημείωνε ότι το επόμενο βιβλίο σε άμεση προτεραιότητα θα έπρεπε να είναι εκείνου “του μακρινού Χαλκιδαίου τελώνη που δαγκάνει πιο βαθιά απ’ όλους” , θα σκεφτόταν να γράψει με τη σειρά της τα παρακάτω:

“Γραμμένο με την απλότητα των ελαφρών ελληνικών τραγουδιών, ωστόσο χωρίς να μένει στην επιφάνεια των πραγμάτων, το βιβλίο αφήνει να αναδυθεί με άμεσο και ουσιαστικό τρόπο η ατμόσφαιρα της Αθήνας στην εποχή μετά τον εμφύλιο. Μιας Αθήνας όμορφης όσο ποτέ, μια πόλης που πίσω από την ομορφιά της κρύβονται τα πάθη που φαινομενικά έχουν καταλαγιάσει. Κι αν τα έκρυβε κι ένας συγγραφέας, θα κατάφερνε μονάχα μια “ανάλαφρη” αποτύπωση της πραγματικότητας.
Κατά τη γνώμη μου, τα «Ελαφρά ελληνικά τραγούδια» είναι μια ευφυώς απλή, συμπυκνωμένη μέσα από στιγμιότυπα, καταγραφή της ζωής των ανθρώπων της Αθήνας του ’50. Ένα βιβλίο που φανερώνει ότι αυτοί οι άνθρωποι παρέμειναν δέσμιοι των καταβολών και των επιλογών τους χωρίς να αποτιμάται ηθικά η στάση τους. Και είτε το θέλουμε είτε όχι, η ιστορία αυτή συνεχίζεται στο σήμερα με νέους πρωταγωνιστές εμάς. Και η Αθήνα πάντα όμορφη, η πιο όμορφη από όλες.”

Posted in Η ιστορία της Αγγελικής | Leave a comment

35.Τα ρόδα του Βαλλιάνειου

Stat rosa pristina nomine, nomina nuda tenemus*
Umberto Eco, Το όνομα του ρόδου

Η Εμμέλεια λάτρευε την ανάγνωση βιβλίων. Όχι οπουδήποτε, αλλά συγκεκριμένα στο κτήριο επί της οδού Πανεπιστημίου, όπου έως το 2017 στεγαζόταν η Εθνική Βιβλιοθήκη. Για την μητέρα της, αυτή η εμμονή ήταν ακατανόητη. Πάντα αναρωτιόταν πώς θα έβρισκε τον τρόπο να κατάφερει τα παιδιά της να σταματήσουν να αφιερώνουν απίστευτα πολύτιμο χρόνο σε μια τόσο βλαβερή για τα μάτια συνήθεια. Και σαν να μην έφτανε αυτό, άρχιζαν να χάνουν και το μυαλό τους. Ο Πέτρος έλεγε ότι θα αισθανόταν πιο χρήσιμος, αν ζούσε σε ένα νησί του Αιγαίου και βοηθούσε στη διάσωση προσφύγων, αντί να δουλεύει, ενώ η Εμμέλεια -ακόμη χειρότερα- παραμελούσε το παιδί της προκειμένου να ξοδεύει λεφτά για βιβλία και να περνάει ώρες στον υπολογιστή γράφοντας, όπως έλεγε, ένα μυθιστόρημα. Μα, τελοσπάντων, τι λάθη είχε κάνει ως μάνα, τι έπρεπε να είχε κάνει διαφορετικό; Πόσο πιο εύκολη θα ήταν η ζωή, αν ζούσε ο πατέρας τους…
Περπατούσε κατά μήκος της Ρήγα Φεραίου, περιφρονώντας οποιαδήποτε συγκίνηση θα ένιωθε η κόρη της βλέποντας την κλειστή πόρτα με την επιγραφή που πιστοποιούσε ότι η Εθνική Βιβλιοθήκη δεν ήταν πια εδώ, αγνοώντας τις εργασίες που γίνονταν από βιβλιοθηκονόμους, συντηρητές και μεταφορείς για το ταξίδι των βιβλίων στο νέο τους σπίτι, αδιαφορώντας για την ομορφιά της αρχιτεκτονικής του κτηρίου. Το μόνο που σήμαινε κάτι για εκείνη, καθώς κατευθυνόταν προς τη στάση Ακαδημίας, ήταν τα ρόδα του Βαλλιάνειου. Είχαν το ίδιο χρώμα, αυθεντικό τριανταφυλλί, όπως εκείνα που είχε φυτέψει ο Θανάσης, όταν έμαθε ότι ήταν έγκυος στον Πέτρο. Και τώρα, ο γιος της, φρόντιζε με κάθε επιμέλεια τις νέες πια τριανταφυλλιές, ενόψει του ερχομού του καινούριου του φλερτ στο σπίτι. Άραγε θα ήταν μια λογική κοπέλα αυτή τη φορά;
Στη στάση, δεν θα πρόσεχε το χαρτί που κόλλησε η Αγγελική, αν δεν τύχαινε να το διαβάζουν εκείνη τη στιγμή δύο αγόρια.
-Λες να έχει τίποτα λεφτά μέσα;
-Ναι, καλά. Άμα είχε λεφτά, εσύ θα το ‘δινες;
Πλησίασε και διάβασε το μήνυμα. Δεν είμαστε καλά. Λες να είναι το τετράδιο της Εμμέλειας, που είχε μια βδομάδα πένθος, λες και έχασε το σεντούκι με τα φλουριά. Δε φτάνει που αυτό το παιδί έχει τα μυαλά της στα σύννεφα. Ούτε για αυτά που την ενδιαφέρουν, δεν ξέρει να προσέξει. Το μόνο που ξέρει να λέει είναι ότι δεν θα κάνει τα ίδια λάθη με τη μάνα της. Να δούμε πόσα λιγότερα θα κάνει αυτή. Τώρα θα φταίω εγώ, άμα δεν γράψω το τηλέφωνο μετά από τον τρόπο που μου μίλησε την τελευταία φορά; Τελοσπάντων, έχω κανένα στυλό; Α, εδώ είναι. Ας γράψω το τηλέφωνο.

[*Eco states in the Postscript to the Name of the Rose that Bernard’s poem is also the source of the novel’s title and last line —

“Stat rosa pristina nomine; nomina nuda tenemus.”
(Yesterday’s rose endures in its name; we hold empty names.)

— meaning that in this imperfect world, the only imperishable things are ideas.

For Bernard and Adso, this verse would express the impermanence of physical objects. For Eco, however, the “empty name” represents an indefinite semiotic sign. The rose of the title is a symbol so rich in meaning that it now means everything and nothing. It is empty space which readers can fill in with their own interpretation.

“Since the publication of The Name of the Rose I have received a number of letters from readers who want to know the meaning of the final Latin hexameter, and why this hexameter inspired the book’s title. I answer that the verse is from De contemptu mundi by Bernard of Morlay, a twelfth-century Benedictine, whose poem is a variation on the “ubi sunt” theme (most familiar in Villon’s later “Mais ou sont les neiges d’antan”). But to the usual topos (the great of yesteryear, the once-famous cities, the lovely princesses: everything disappears into the void), Bernard adds that all these departed things leave (only, or at least) pure names behind them. I remember that Abelard used the example of the sentence “Nulla rosa est” to demonstrate how language can speak of both the nonexistent and the destroyed. And having said this, I leave the reader to arrive at his own conclusions.” (πηγή)]

Posted in Η ιστορία της Αγγελικής | Tagged | Leave a comment

34. Ενάντια στη βιβλιοκριτική

[…
You know what a miracle is. Not what Bakunin said. But another world’s intrusion into this one. Most of the time we coexist peacefully, but when we do touch there’s cataclysm.
…]
Thomas Pynchon, The crying of lot 49

Τελικά η κουβέντα δεν ξεκίνησε από εκεί. Ο Πέτρος άλλαξε γνώμη. Ταυτόχρονα, στάθηκε τυχερός, γιατί μια γιαγιά που καθόταν απέναντι από την κοπέλα σηκώθηκε για να κατέβει στη στάση Σύνταγμα. Τότε, άδραξε την ευκαιρία και κάθισε εκείνος απέναντί της λέγοντας:
«Με λένε Οδυσσέα».
Η κοπέλα συνέχισε να διαβάζει προσποιούμενη ότι δεν άκουσε.
«Ελπίζω αυτό το βιβλίο να μην γράφει για μένα», συνέχισε αποσπώντας το πρώτο της χαμόγελο. Θα ήθελε να του πει: « ‘Εχω αγόρι» για να τον ξεφορτωθεί, όπως η Πηνελόπη τους μνηστήρες, και να συνεχίσει να διαβάζει Joyce ανενόχλητη, αλλά δεν το ήθελε πραγματικά.
Ο Πέτρος προετοίμαζε τον εαυτό του για μια χυλόπιτα ή για το χάος που προκαλεί η εντροπία που ξεκινάει με την αίσια έκβαση του πρώτου φλερτ. Δεν μπορούσε να γνωρίζει ποιά από τις δύο εκδοχές θα ήταν προτιμότερη για να ευημερεύσει στη ζωή του.
Και τώρα η κίνηση ματ που θα καθόριζε την έκβαση του παιχνιδιού. Της λέει:
«Υπάρχει μια βιβλιοπαρουσίαση στο πατάρι του Gutenberg για την Συλλογή των 49 στο σφυρί. Θέλεις να πάμε;»
Εκείνη τον κοίταξε με το ύφος της κολακευμένης γυναίκας που αποφασίζει να απατήσει τον Joyce για να βρεθεί στον κόσμο του Pynchon και απάντησε:
«Γιατί όχι;»

Η βιβλιοπαρουσίαση εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=VQl6_nD-oQA

Ενάντια στη βιβλιοκριτική : εδώ.

Posted in Η ιστορία της Αγγελικής | Leave a comment

Daniel Mendelsohn, Μια Οδύσσεια

Συμβαίνει το εξής καταπληκτικό με αυτό το βιβλίο: αρχικά η ιστορία του πατέρα και του γιου φαίνεται κάπως αδιάφορη και “στεγνή” σε σχέση με το έπος του Ομήρου. Όμως, αργά και σταδιακά η φανερά εμπεριστατωμένη παρουσίαση του έπους της «Οδύσσειας» αρχίζει να μετατοπίζεται από το κέντρο του πίνακα πίσω προς το φόντο, δίνοντας χώρο σε μια ιστορία προσωπική του συγγραφέα, που καταλήγει να γίνεται προσωπική και για τον αναγνώστη, και άρα πανανθρώπινη.

Διαλέγω το εξής απόσπασμα:
Και τότε μου ήρθε στον νου το σεμινάριο της Οδύσσειας. Το έπος αυτό είναι τόσο γεμάτο ιστορίες, όχι μόνο αυτές που αφηγείται ο ήρωας, ιστορίες αληθινές και πλαστές, κανονικότατα ψέματα ή «βελτιωμένες» εκδοχές πραγμάτων που όντως συνέβησαν· όλα όσα συμβαίνουν, μας υπενθυμίζει η Οδύσσεια, μπορούν, στα χέρια του σωστού αφηγητή, να γίνουν συναρπαστική ιστορία. Γιατί εντέλει τι είναι ο Οδυσσέας -ο ήρωας του οποίου η τελική πράξη εκδικητικής βίας συγκρίνεται, μέσω μιας αξιομνημόνευτης παρομοίωσης, με αοιδό που χορδίζει τη λύρα του- αν όχι ποιητής της ίδιας του της ζωής;

mia-odysseia-enas-pateras-enas-gios-ena-9789601664491-200-1309955

Posted in Uncategorized | Leave a comment

33.Κατάδυση

Εκείνη τη μέρα που η Αγγελική περίμενε τον Πέτρο στην καφετέρια, η κοπέλα που καθόταν στο διπλανό τραπέζι και έγραφε σε ένα μπλοκ σημειώσεων ήταν η Εμμέλεια. Το σημειωματάριο, χρώματος μπλε, ήταν ένα μονίμως μεταβαλλόμενο προσχέδιο του μυθιστορήματος που φιλοδοξούσε να γράψει με μοναδικό σκοπό να το αφήσει ως αθάνατο ενθύμιο της ύπαρξής της για το γιο της. Κι ας ήξερε, κατά βάθος, ότι ταυτόχρονα είναι μια εγωκεντρική απόπειρα να διασώσει την υστεροφημία της, όταν πια αυτή δε θα έχει καμμιά σημασία για εκείνη, αφού δε θα έχει διασωθεί η ίδια.
Τι άραγε θα έγραφε τώρα η Εμμέλεια σε ένα γράμμα στην Πέλα Σουλτάτου για τις “Ανάποδες στροφές“;

“Αγαπητή κυρία Σουλτάτου,
Ανήκω σε εκείνη την προνομιούχα κατηγορία ανθρώπων που γνωρίζει ότι το όνομα σας προέρχεται από το Πελαγία. Είναι ένας πλάγιος τρόπος να πω πόσο τυχερή νιώθω που αυτός ο τόπος, η Κρήτη, ορίζει ένα κομμάτι του εαυτού μου κι έτσι μπόρεσα να βυθιστώ στον κόσμο της κρητικής ντοπιολαλιάς, όπου υπάρχει στις “Ανάποδες στροφές”. Όμως, αυτό από μόνο του δεν θα σήμαινε πολλά πράγματα, αν δεν υπήρχε η ιστορία μιας οικογένειας, φαινομενικά διαλυμένης, που ωστόσο διατηρεί ακέραια στον πυρήνα της τα αρχέγονα ένστικτα της αγάπης της μάνας προς το γιο και αντιστρόφως (μια αγάπη αληθινή, ολοκληρωτική, εγωιστική, αναμφίβολα ερωτική, αναπόδραστα σύμφυτη με το οιδιπόδειο σύνδρομο). Όπως γράφει η Μαρία: “Τρελό σκαπέτι είναι το γράψιμο” και τώρα που σκάβω, το νιώθω πως θα ήθελα να γράψω μια τέτοια ιστορία: Μια βαθιά κατάδυση στην εντός μας θάλασσα, μια ανερυθρίαστη εξομολόγηση στο γιο μου πόσο πολύ τον αγαπώ. Αμφίσημο το τέλος, αλλά επέλεξα την απαισιόδοξη οπτική. Ίσως, επειδή καταλαβαίνω πόσο πολύ κι εκείνος μ’αγαπάει. Αρκετά, όμως, με εμάς. Το βιβλίο σας είναι συγκλονιστικό. Το εννοώ.

Με εκτίμηση,
Εμμέλεια Ιωαννάκη”

Posted in Η ιστορία της Αγγελικής | Leave a comment