Σπύρος Γλύκας, Διομίρα

Αυτό εδώ το μπλογκ έχει αδυναμία στο “Πιπέρι και σπασμένες γραμμές” κι όταν διάβασα την ανάρτηση για τη “Διομίρα” και κατάλαβα ότι είναι εγκωμιαστική, τη διάβασα πολύ προσεκτικά ξανά για να δω ότι δεν έκανα λάθος δεδομένου ότι οι “παροικούντες την Ιερουσαλήμ” γνωρίζουν ότι δεν φημίζεται ο Μαραμπού για την αδυναμία του στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία.

Ήταν αναπόφευκτο, λοιπόν, να έρθει και στα δικά μου χέρια το βιβλίο παρά το γεγονός ότι η δυστοπία δεν είναι το είδος που προτιμώ. Έχω μόλις ολοκληρώσει την ανάγνωση και θα ήθελα αβίαστα να πω ότι είναι ένα άρτιο, από κάθε άποψη, λογοτεχνικό έργο. Από την αρχή έχεις την αίσθηση ότι είναι εξαιρετικά καλοδουλεμένο, η αφήγηση ρέει δημιουργώντας κινηματογραφικές εικόνες, όπως σωστά παρατήρησαν κι άλλοι αναγνώστες, γρήγορα εισέρχεται κανείς στον δυστοπικό κόσμο κι αναρωτιέται πόσο διαφέρει από όσα συμβαίνουν γύρω του, η κοινικωκοπολιτική αλληγορία είναι διαυγής, ο έντιμος αναγνώστης αισθάνεται την ανάγκη να κάνει την αυτοκριτική του ακόμη και με το τέλος της ανάγνωσης, η αγάπη για τον κόσμο των βιβλίων προβάλλει έντονη και, τέλος, μολονότι τίποτα το ομφαλοσκοπικό δεν χαρακτηρίζει το βιβλίο, μας δίνεται η ευκαιρία να ρίξουμε μια ματιά στο… γραφείο του συγγραφέα. Εντυπωσιακό επίτευγμα. Χαίρομαι που βλέπω να έχει την επιτυχία που του αξίζει.

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Thomas Bernhard, Ο αποτυχημένος

Αναπόσπαστο στοιχείο της μάθησης είναι η επανάληψη και ιδιαίτερα στην εκμάθηση ενός μουσικού κομματιού η επανάληψη με σκοπό την τελειοποίηση ή -ορθότερα- τη δεξιοτεχνική εκτέλεση γίνεται ενίοτε εμμονική, αυτό είναι γνωστό σε όποιον έχει ασχοληθεί έστω και λίγο με ένα μουσικό όργανο. Σ’ αυτό το βιβλίο, οι επαναλήψεις στην αφήγηση είναι σαφώς μια εισβολή στη συγγραφική τέχνη των εμμονών ενός μουσικού και γρήγορα συγχωρούνται. Η αντιπαραβολή 3 αρχετυπικών μορφών καλλιτεχνών, ενός ιδιοφυούς του Γκλεν Γκουλντ, ενός απλώς ταλαντούχου, του αφηγητή και ενός επίσης ταλαντούχου, αλλά επισκιασμένου από τον ιδιοφυή και ουσιαστικά αποδεχόμενου τον αυθαίρετο χαρακτηρισμό ως αποτυχημένο γίνεται τελικά μια αφήγηση που αναγκάζει τον αναγνώστη να επαναπροσδιορίσει και ο ίδιος αυτές τις έννοιες για τον εαυτό του κι αν είναι τυχερός να επιλέξει να ζήσει μια βασική πηγή ευτυχίας στη ζωή, που είναι η τέχνη εκτός πρωταθλητισμού και συγκρίσεων.

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Georgi Gospodinov, Περί φυσικής της μελαγχολίας

Με πολύ γοητευτικό και γόνιμο τρόπο κατορθώνει να επανανοηματοδοτήσει το μύθο του μινώταυρου ο Georgi Gospodinov στο βιβλίο «Περί φυσικής της μελαγχολίας» παρατηρώντας το παρεξηγημένο τέρας σαν να ήταν ένα παιδί κλεισμένο στο υπόγειο. Ένα παιδί για το οποίο κάποιος θα πρέπει να αποκαταστήσει την αδικία που του έγινε (ας δούμε αυτή την οπτική γωνία: η ίδια η αδερφή του βοήθησε το δολοφόνο του). Ίσως τελικά και η ίδια η Βουλγαρία είναι μια παρεξηγημένη χώρα, ίσως γι΄ αυτό ο Economist το 2011 έκανε τόσο εύκολα λόγο για το πιο θλιβερό μέρος του κόσμου.
Ακόμη, ο συγγραφέας αξιοποιεί την έννοια του λαβύρινθου ως δομή οργάνωσης του περιεχομένου της ιστορίας του αφηγητή, που σε έναν παράλληλο διάδρομο είναι και η ιστορία της χώρας του. Στην ερώτηση γιατί το βιβλίο έχει λαβυρινθώδη μορφή, ο συγγραφέας απαντά: «Ο λαβύρινθος είναι η φυσική μορφή που λαμβάνουν οι αφηγήσεις μας, αλλά και οι ζωές μας. Αρχίστε λ.χ. να λέτε μια ιστορία και σύντομα θα διαπιστώσετε πόσες φορές σταματάτε, ξαναγυρνάτε πίσω, παρεκκλίνετε ασυναίσθητα προς άλλες κατευθύνσεις, μπαίνετε σε πλάγιους διαδρόμους. Αυτή είναι η φόρμα! Και θέλησα το μυθιστόρημά μου να την ακολουθήσει επειδή υπάρχει μια φωνή στο βιβλίο, αυτή του πρωταγωνιστή, η οποία διηγείται σε πρώτο ενικό πρόσωπο τις ιστορίες του πατέρα και του παππού, την ιστορία του Μινώταυρου αλλά και την ιστορία της μελαγχολίας, όχι μόνο του 20ού αιώνα αλλά και τη σημερινή. Πείτε μου, υπήρχε τρόπος όλα αυτά να μην είναι ένας λαβύρινθος; Ο λαβύρινθος τοποθετείται πιο κάθετα στον χρόνο απ’ ό,τι στον χώρο. Εδώ επομένως δεν υπάρχουν μεταμοντέρνες παγίδες. Αντιθέτως απευθύνομαι ευθέως στους αναγνώστες και τους λέω «εδώ σταματάμε». Διότι πλέον δεν γράφουμε τα μυθιστορήματά μας όπως στον 19ο αιώνα, κι αυτό το λέω με κάποια απογοήτευση. Το μυθιστόρημα πάντως δεν είναι ένα τρένο που αναχωρεί από το σημείο Α για να φτάσει γραμμικά στο σημείο Β. Το μυθιστόρημα είναι ένας λαβύρινθος στον οποίο μπαίνουμε όλοι οικειοθελώς για να απελευθερώσουμε εκεί μέσα, στους διαδρόμους του, τους δικούς μας Μινώταυρους, τους δαίμονες και τους φόβους μας. Υπάρχουν μοναχικοί Μινώταυροι που λουφάζουν μέσα στον καθένα μας» (πηγή).
Το μεγάλο προτέρημα του βιβλίου και η αληθινά ευχάριστη έκπληξη για τον αναγνώστη είναι η αίσθηση της προσωπικής ταύτισης με τις σκέψεις του αφηγητή που προσιδιάζουν στην παιδική ηλικία. Η λαβυρινθώδης αφηγηματική τεχνική, ιδιαίτερα από τη μέση και μετά, ίσως να κουράσει έναν αναγνώστη που προτιμά περισσότερο κλασικού τύπου αφηγήσεις με αρχή, μέση και τέλος. Όμως, το φαινομενικά ατάκτως εριμμένο και αποσπασματικό υλικό, ο συγγραφέας κατορθώνει να το επαναφέρει σε ένα κοινό συγκλίνον σημείο: η ύπαρξη του ανθρώπου μέσα από την ύπαρξη των ανθρώπων που τον καθόρισαν είτε ως αγαπημένα πρόσωπα είτε ως εξιδανικευμένες προσωποποιήσεις μιας συνεχώς απούσας ευτυχίας (που κάποτε έρχεται αναπάντεχα), η ύπαρξη του ανθρώπου ως ταύτιση με τη φύση, τα ζώα, τα κεράσια, το καθετί εντέλει που υπάρχει. Τελικά, το υλικό από το οποίο είμαστε φτιαγμένοι είναι κοινό: είναι ο λαβύρινθος. Και η έξοδος για τον καθένα από εμάς ίσως έχει μια συγκεκριμένη μορφή, ένα συγκεκριμένο ανθρώπινο πρόσωπο. Αυτό είναι ένας παράπλευρος διάδρομος.

Κατερίνα Μάγνη

Posted in Uncategorized | Leave a comment

38 …όπου εκείνες οδηγούν

Οι βιβλιογραφικές αναφορές που παρατίθενται στο τέλος μαρτυρούν ότι η ουσία και τα πιο σημαντικά κομμάτια αυτού του αφηγήματος είναι αληθινά παρά το γεγονός ότι βασίζεται στην φαντασία μου. Αυτό το κείμενο γράφτηκε, ειδικά σε πείσμα των πρόσφατων ειδησεογραφικών εξελίξεων, για άγνωστους σε μένα λόγους κι αισθάνομαι ευγνωμοσύνη για όσους ανθρώπους το ενέπνευσαν:
τους Τούρκους που δεν ήθελαν οι Έλληνες του Πόντου να φύγουν από τον τόπο τους, όπως αποτυπώθηκε στο βιβλίο “Καραμανίτες” του Χρήστου Σαμουηλίδη,
τους Τούρκους ψαράδες της πραγματικής ζωής που αιχμαλωτίστηκαν για πάντα στα δίχτυα της λογοτεχνικής στο βιβλίο “Οι βάρδιες των πουλιών”,
το συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη και τα παιδιά που συμμετείχαν στο Φθινοπωρινό Λογοτεχνικό Εργαστήριο 2019 στο Ηράκλειο, που μου έδωσαν ανέλπιστη χαρά ακούγοντας ένα προσχέδιο της ιστορίας και λέγοντας μου να μην την αφήσω, να τη γράψω,
τον άντρα μου, Αριστομένη Μάγνη, που με εμπνέει να διαβάζω την ιστορία των ανθρώπων πίσω από τον αριθμό 1922

Αν οι αναγνώσεις βιβλίων είναι ένας δρόμος, τότε ποιος είναι ο τόπος όπου εκείνες οδηγούν; Ας τολμήσουμε να δώσουμε μια απάντηση.

«Μην τα δώσεις τα λεφτά, πασά μου. Κι εμάς θα μας εδιώξουνε μία των ημερών.» Με τούτεσες τσι κουβέντες επολεμούσε ν’ αλλάξει τη γνώμη τ’ αντρός τση για την απόφαση απου ‘χενε παρμένη. Ένας κουρέας στο Ηράκλειο ήτονε κι εκείνη τον επροσφωνούσε πασά. Από αγάπη μα και πονηράδα. Να τον συβάσει ν’ αλλάξει γνώμη. Αν ήτονε πράμα άλλο, ξα του. Μα εδά, ήπρεπε ν’ ακούσει τη γυναίκα ντου, να συλλογιστεί τα κοπέλια ντου. Καλογυναικάδες ήτονε οι Κρητικοί κι ο Μουσταφά εφέντης το ίδιο. Μα εδά απού ήπρεπε να την ακούσει, δεν τση ‘δινε σημασία. Ήτονε, βέβαια, καλή η ζωή ντως. Οι δουλειές επήγαιναν καλά. Κι είχενε φίλους χριστιανούς και μουσουλμάνους να πίνουν τσι ρακές και να τρώγουν το μεζέ στο καφενείο του Χασάν εφέντη. Πράμα δεν έλειπε ντως. Μα ‘κείνη δε λησμονούσε τσι δυσκολίες τση ζήσης τσης απόταν κλέφτηκε με το γαλανομάτη μουσουλμάνο. Αποθαμένη είναι εδά μπλιο, ήλεγε ο πατέρας της, οντεσές μιλούσε για τη θυγατέρα του. Δεν τση το συγχωρούσε. Μήτε να τσι ξανοίγω δε θέλω, ήλεγε στο χωριό. Κι εμάνιζε με την κυρά Ρήνη, που επηγαίνε ντως λάδι και όλα τα καλά του θεού απ’ το μποστάνι, κρυφά από τον κύρη τσης. Μονάχα μια φορά ήδειξε το άλλο ντου πρόσωπο ο παππούς των κοπελιών. Οντεσάς έμαθε πως εγεννήθηκε ο εγγονός του, ο Ιμπραήμ, που τον λέγαν κι Αβραμάκη. Τον εσύβασε η κυρά Ρήνη και μια αποσπέρα κίνησε μαζί τση να επισκεφτεί τον απόγονο του. Κι η θυγατέρα σάστισε σαν είδε τον πατέρα τση ομπρός στη θύρα. Που ‘χενε πάει να δει το κοπέλι. Εμπήκε μέσα, το ξανοίγει κι αφήνει σκιας μια χρυσή λίρα κάτω απ΄το μαξιλάρι ντου. Κι ήφυγε κι απόης δεν ματαγιάηρε ποτέ του στο σπίτι ντως. Κι ας εγεννήθηκε στο μεταξύ κι η Αϊσέ, η εγγόνα του. Κι ας κάτεχε πως ο Μουσταφά εφέντης δεν εζήτηξε τση θυγατέρας του ν’ αλλαξοπιστήσει. Ίντα άλλο ήθελε;

-Μην τα δώσεις τα λεφτά, πασά μου. Κι εμάς θα μας εδιώξουνε μία των ημερών.
Μ’ αυτά τα λόγια προσπάθησε ν’ αλλάξει τη γνώμη του άντρα της για την απόφαση που είχε πάρει. Αλλά ο Μουσταφά της αποκρίθηκε:
-Σώπαινε, Κατερίνα, και τα ‘χω κάμει τα κουμάντα μου. Πράμα δε θα λείψει των κοπελιών. Ότι καλό κάμεις, ο Αλλάχ το επιστρέφει. Από τσ’ αρχές τσ’ Αυγούστου απού ‘ρθανε οι ανθρώποι, ήπρεπε να τως είχαμε συνδράμει. Εδά μπλιο ντρέπομαι το φαγί απού τρώγω.
-Μάνα, έχουμε και τη λίρα του πατέρα σου στα δύσκολα, είπε το αστείο του με σοβαρό ύφος ο Ιμπραήμ.
Ο Μουσταφά σηκώθηκε να φύγει.
-Αϊσέ, πάμε στο λιμάνι να δούμε το άσπρο λιονταράκι; Να δούμε ανέ κρατεί το βιβλίο;
Η Αϊσέ έτρεξε το κατόπι του. Άρπαξε στη χούφτα της το χέρι του πατέρα της και βγήκαν από τα σπίτι. Ακολούθησε πρόθυμα τον πατέρα της σε αυτό που είχαν σκηνοθετημένο ως μια αμέριμνη βόλτα.
-Πάμε να πάρουμε γάλα;
-Πρώτα πάμε στο λιμάνι, Αϊσέ, να δούμε αν έχουν έρθει άλλα παιδάκια σήμερα.
Ετούτη τη φορά η βόλτα ήταν για εκείνον μια αναμέτρηση με τη συνείδηση και τους φόβους του. Βάδιζε σκυφτός, με βήμα αργό που το παράσερνε η Αϊσέ για να το κάνει γρηγορότερο. Γιατί ποτέ ξανά δεν είχε ταραχτεί τόσο από μια κουβέντα της γυναίκας του. Κι εμάς θα μας εδιώξουνε μία των ημερών. Από πού να τους διώξουν; Από το σπίτι τους; Την Κρήτη; Οι λέξεις της γράφτηκαν σε μάρμαρο. Ήξερε πως ούτε εκείνοι οι πρώτοι πρόσφυγες από τον Πόντο που έφτασαν με το ατμόπλοιο «Σμύρνη» φαντάζονταν αυτή την εξέλιξη της ζωής τους κι όμως την έζησαν. Ίσως ποτέ δεν είχαν καν ακούσει μια αντίστοιχη κουβέντα από τα χείλη ενός οικείου να τους προϊδεάσει. Και τι θα εμπόδιζε τη βούληση του Αλλάχ να ορίσει μια παρόμοια μοίρα και για ‘κείνον. Ας είχε παντρευτεί χριστιανή, ούτε ο πατέρας της τον ήθελε. Αν ήταν στο χέρι του, καθόλου δεν θα εμπόδιζε το φευγιό τους.
Κατηφόριζαν προς τον Κούλε κι επιθυμούσε πιο πολύ κι από την κόρη του να δει το μαρμάρινο λιοντάρι και να πάρει δύναμη. Κόρη και γιος βάδιζαν με την λαχτάρα να δουν τη θάλασσα. Ακόρεστη λαχτάρα. Όσες φορές και να τη δεις, ποτέ δεν είναι αρκετές, ποτέ δεν είναι ίδια ούτε η θάλασσα ούτε ο άνθρωπος. Αχ, ας ήταν να βρεθούν εκεί την ώρα που θα έφτανε το πλοίο, να δει τους ανθρώπους και να τους βοηθήσει, έστω μ’ένα μπουκάλι γάλα. Μόνο να είναι χρήσιμος σε ανθρώπους που δεν είχε ξαναδεί ποτέ, μόνο αυτό θα αλάφρωνε τις σκέψεις του, θα καθάριζε το μυαλό του. Καθώς πλησίαζαν τα γαλανά νερά, το ήξερε όλο και πιο σίγουρα πως μια αόρατη δύναμη που άλλοι έλεγαν Γιαχβέ, άλλοι Χριστό κι εκείνος Αλλάχ, είχε καθορίσει τη θέλησή του με τρόπο αναπόδραστο. Δεν είχε καμμιά αμφιβολία ότι έκανε το σωστό, θα έδινε όλες τις εισπράξεις του Σαββατοκύριακου για τους πρόσφυγες.
Αλλά, ταυτόχρονα αναρωτιόταν αν εκείνο που τον οδηγούσε ήταν ο εγωισμός. Μήπως πίσω από την καλή του πράξη κρυβόταν η ελπίδα πως κάποιος άλλος θα βρεθεί να του την επιστρέψει, αν το χρειαστεί και η δική του οικογένεια, αν έρθει η ώρα; Μα, έστω κι έτσι, πόσο λιγότερο σημαντικό ήταν αυτό που έπραττε; Έστω κι αν ήταν λίγο, μαζί με εκείνο που έκαναν οι άλλοι Ηρακλειώτες ήταν αρκετό. Κι αν ήταν λίγο, είχε σκεφτεί τον τρόπο να το κάνει περισσότερο. Ούτε ετούτοι οι άνθρωποι ούτε ποτέ κανείς δεν έπρεπε να βρίσκεται σ’αυτή τη θέση.
Είχαν φτάσει στο κάστρο,ήταν πια φανερό πως για την ώρα δεν είχε έρθει κανένα πλοίο. Ίσως να μην ερχόταν σήμερα. Ανέμελη η Αϊσέ ξέφυγε απ΄το χέρι του. Έτρεξε να χαϊδέψει ένα όμορφο γάτο που χάθηκε γρήγορα τρέχοντας μακριά της.
-Άσε τον κάτη. Είναι άρρωστος. Κόλλησε ψείρες απ’ τους πρόσφυγες, είπε ένας ηλικιωμένος βρακοφόρος που βρέθηκε εκεί κοντά.
-Ψείρες έχεις εσύ, μέσα στην κεφαλή σου, αντιμίλησε η Αϊσέ, κι ο γέροντας σάστισε από το θάρρος του κοριτσιού. Δεν είχε τι να πει κι απομακρύνθηκε απρόθυμα σαν να τον τύφλωσε το φως του ήλιου.
-Έλα εδά να γιαήρουμε οπίσω στο σπίτι, Αϊσέ, την τράβηξε προς το μέρος του προστατευτικά ο Μουσταφά. Ήταν φιλήσυχος και φοβήθηκε. Αλλά του άρεσε η πυγμή της κόρης του. Κι ας διαισθανόταν μια υπόγεια συνάφεια με το χαρακτήρα του παππού της. Μα, μήπως μπορείς να πολεμήσεις το κακό μονάχα με την καλοσύνη;
Κοίταξε φευγαλέα το λευκό λιοντάρι πριν πάρουνε το δρόμο της επιστροφής. Θα ήταν κι εκείνο μια ακόμη εικόνα από όλα όσα θα του έλειπαν, αν κάποτε έφευγε από την Κρήτη. Ο ήλιος που το λούζει, η θάλασσα που το περικυκλώνει και το αγέρωχο κάστρο που το στηρίζει και δεν το έδιωξε ακόμη κανένας από εδώ. Αιώνιο σύμβολο. Αμετακίνητος κάτοικος ενός λιμανιού που σε καλεί να ταξιδέψεις μακριά του και να επιστρέφεις με συνοδοιπόρο τη νοσταλγία να ξαναδείς τα λιοντάρια του. Αυτόπτης μάρτυρας πως «μόλις έφτανε κανένα βαπόρι στον λιμένα του Ηρακλείου κι απεβίβαζε πρόσφυγες, οι Ηρακλειώτες αμέσως τους υπεδέχοντο ως ξένους τους.»
Άφησε την κόρη του στο σπίτι κι έφυγε έπειτα για την Κεντρική Επιτροπή Περιθάλψεως. Στην επιτροπή συνεισφορών συνάντησε το Γιάννη, που τον γνώριζε. Ο φίλος του ήταν ο υπάλληλος για την καταγραφή των δωρεών.
-Καλώς τον Μουσταφά.
-Ώρα καλή σου, Γιάννη. Αυτά είναι από εμένα. Μη γράψεις τ’ όνομά μου.
Ο Μουσταφά άφησε στον πάγκο τα χρήματα κι ο φίλος του τα μέτρησε.
-152 δραχμές και 50 λεπτά. Να τα μετρήσουμε σωστά να μη χαθούνε. Και γιάντα να μη γράψω τ’ όνομά σου; Εδά το ‘γραψα.
-Δεν το κατέχει η κυρά και θα μανίσει. Γράψ’ ένα άλλο, του είπε ψέμματα ο Μουσταφά.
Ο Γιάννης ήβαλε δυο μολυβιές απάνω απ’τ’όνομα του Γετιμάκη κι ήσβησέ το.

Κι εδώ επανερχόμαστε στο ερώτημα. Αν οι αναγνώσεις βιβλίων είναι ένας δρόμος, τότε ποιος είναι ο τόπος όπου εκείνες οδηγούν; Ίσως να είναι εκεί όπου ο αναγνώστης των βιβλίων γράφει δικές του ιστορίες. Ιστορίες για να μην ξεχνιέται το καλό που κάνουνε οι άνθρωποι. Γιατί το κακό δεν έχει ανάγκη. Δεν ξεχνιέται αυτό. Μόνο το καλό σβήνεται. Αλλά σβήνεται;

ΠΗΓΗ: Ευγενία Λαγουδάκη, Πρόσφυγες στο Ηράκλειο του μεσοπολέμου
ΠΗΓΗ: Ευγενία Λαγουδάκη, Πρόσφυγες στο Ηράκλειο του μεσοπολέμου
ΠΗΓΗ: Ευγενία Λαγουδάκη, Πρόσφυγες στο Ηράκλειο του μεσοπολέμου
ΠΗΓΗ: Εμμανουήλ Χαλκιαδάκης, Η εγκατάσταση των Μικρασιατών προσφύγων στο Ηράκλειο και η ανοικοδόμηση του ναού του Αγ. Νικολάου στη Νέα Αλικαρνασσό

ΠΗΓΗ: Νίκος Ανδριώτης, Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι στην Κρήτη 1821-1824

Posted in Η ιστορία της Αγγελικής | Leave a comment

Daniel Mendelsohn, Μια Οδύσσεια

Συμβαίνει το εξής καταπληκτικό με αυτό το βιβλίο: αρχικά η ιστορία του πατέρα και του γιου φαίνεται κάπως αδιάφορη και “στεγνή” σε σχέση με το έπος του Ομήρου. Όμως, αργά και σταδιακά η φανερά εμπεριστατωμένη παρουσίαση του έπους της «Οδύσσειας» αρχίζει να μετατοπίζεται από το κέντρο του πίνακα πίσω προς το φόντο, δίνοντας χώρο σε μια ιστορία προσωπική του συγγραφέα, που καταλήγει να γίνεται προσωπική και για τον αναγνώστη, και άρα πανανθρώπινη.

Διαλέγω το εξής απόσπασμα:
Και τότε μου ήρθε στον νου το σεμινάριο της Οδύσσειας. Το έπος αυτό είναι τόσο γεμάτο ιστορίες, όχι μόνο αυτές που αφηγείται ο ήρωας, ιστορίες αληθινές και πλαστές, κανονικότατα ψέματα ή «βελτιωμένες» εκδοχές πραγμάτων που όντως συνέβησαν· όλα όσα συμβαίνουν, μας υπενθυμίζει η Οδύσσεια, μπορούν, στα χέρια του σωστού αφηγητή, να γίνουν συναρπαστική ιστορία. Γιατί εντέλει τι είναι ο Οδυσσέας -ο ήρωας του οποίου η τελική πράξη εκδικητικής βίας συγκρίνεται, μέσω μιας αξιομνημόνευτης παρομοίωσης, με αοιδό που χορδίζει τη λύρα του- αν όχι ποιητής της ίδιας του της ζωής;

mia-odysseia-enas-pateras-enas-gios-ena-9789601664491-200-1309955

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Sebastian Barry, Μέρες δίχως τέλος

Βαθιά ποιητική πνοή διαπνέει την πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Thomas McNulty, ενός Ιρλανδού που ξεφεύγει από την πείνα της χώρας του μεταναστεύοντας στην Αμερική τη δεκαετία του 1850. Ο Thomas περιγράφει συναρπαστικά τις, γεμάτες αγριότητα και παραλογισμό, μέρες του πολέμου αρχικά εναντίον των Ινδιάνων και στη συνέχεια του αμερικάνικου εμφυλίου έχοντας στο πλευρό του, τον συμπολεμιστή και σύντροφο του John Cole. Για εκείνους, η κατάταξη στον στρατό είναι ζήτημα επιβίωσης έναντι της πείνας. Δεν έχουν την πολυτέλεια μιας εναλλακτικής επιλογής.

Η αφήγηση είναι ένας υπέροχος συνδυασμός προσεκτικής επιλογής των λέξεων με την ακρίβεια και την ευαισθησία ενός ποιητή και χειμαρρώδους εξιστόρησης των αναμνήσεων του Thomas McDulty από τις δικές του μέρες δίχως τέλος. Το χιούμορ δε λείπει, αντίθετα παρεισφρέει σε ανύποπτες στιγμές.

Στο συνεχές και δύσκολο παιχνίδι με το θάνατο που είναι η ζωή των δύο πρωταγωνιστών, μια ευχάριστη εμπειρία είναι το παιχνίδι ρόλων στο σαλούν του κου Νουν, όπου καλούνται να χορέψουν με τους μεταλλωρύχους υποδυόμενοι τις γυναίκες. Είναι η αφύπνιση του ερωτικού τους προσανατολισμού. Αλλά, το πραγματικό κέντρο βάρους της ιστορίας φαίνεται να είναι η ευτυχία της οικογένειας που εντέλει προκύπτει ανάμεσα στους δύο ήρωες με την υιοθέτηση μιας νεαρής Ινδιάνας. Αυτή η αντισυμβατική σύνθεση οικογένειας καταδεικνύει την ικανότητα του ανθρώπου να χτίζει την ομορφιά μέσα από ανθρώπινες σχέσεις, ακόμη και εν μέσω της φρικαλεότητας που συνιστά ο ανηλεής πόλεμος.

Οι “Μέρες δίχως τέλος” είναι ένα βιβλίο για τη νίκη της ζωής έναντι του πανταχού παρόντα θανάτου. Μια ελεγεία για την ευτυχία που είναι άρρηκτα συνυφασμένη, ακόμη και στις σκοτεινότερες μέρες, με την αγάπη. Μια υπενθύμιση για τις δικές μας μέρες δίχως τέλος της ζωής μας. Δεν έχει σημασία αν θα μπορούσε ή όχι να είναι πραγματική η ιστορία. Ο Thomas γίνεται τόσο γήινος μέσα από την αφήγησή του, ώστε αξίζει να τη διαβάσει κανείς όπως αξίζει να ακουστεί το πρωινό κελάηδισμα ενός πουλιού σ’ένα κατάφωτο δάσος.

meres

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Janine di Giovanni, Το πρωί που ήρθαν να μας πάρουν

Η νέα χρονιά ξεκίνησε με ένα βιβλίο που με κέρδισε από την πρώτη στιγμή που το αντίκρυσα στην προθήκη του βιβλιοπωλείου. Ο δευτερεύων τίτλος του είναι “Ανταποκρίσεις από τον πόλεμο στη Συρία”, που αντιστοιχεί και στο δημοσιογραφικό περιεχόμενό του και φέρνει τον αναγνώστη μέσα στην καθημερινότητα του εμφύλιου στη Συρία, χωρίς μακροσκελείς κοινωνικοπολιτικές ή γεωπολιτικές αναλύσεις.

Ίσως θα ήταν αρκετές οι παραπάνω πληροφορίες σε συνδυασμό με τη δική μου ένθερμη παρότρυνση, ώστε να διαβαστεί από όποιον ενδιαφέρεται να μάθει τι συνέβη εκεί σε επίπεδο ανθρώπινο, καθώς οι αναφορές στα βασανιστήρια όσων φυλακίστηκαν, στον απελπισμένο αγώνα όσων επέμεναν να παραμείνουν στα σπίτια και τον τόπο τους, στην αγωνία όσων μανάδων αγωνίζονται να εξασφαλίσουν τα στοιχειώδη είδη διατροφής για τα παιδιά τους, αλλά και στη ζωή των στρατιωτών ή αξιωματούχων που συμμετέχουν σε αυτόν τον πόλεμο -ενδεχομένως παρά την πραγματική τους θέληση- είναι καταιγιστικές και συγκλονιστικές.

Έχοντας για πάντα ανεξίτηλη στη μνήμη την εικόνα του αδικοχαμένου Alan Kurdi, η ερώτηση: “Να πάμε που;”, την οποία διατυπώνει η Κάρλα, που ζούσε σε ένα διαλυμένο σπίτι με τα παιδιά της, το οποίο αρνείται να εγκαταλείψει, γίνεται απλώς ένα μαχαίρι στην καρδιά.

Το πρώτο κεφάλαιο βρίσκεται στην ιστοσελίδα των εκδόσεων: εδώ.

Η ιστοσελίδα της συγγραφέως και σημαντικής πολεμικής ανταποκρίτριας είναι: https://www.janinedigiovanni.com/

Posted in Uncategorized | Leave a comment

30.Στη μνήμη της μητέρας μου

Και, εδώ, ακολουθεί ένα από τα πιο ολοκληρωμένα κείμενα που βρέθηκαν στο χαμένο μπλε σημειωματάριο και αγάπησε η Αγγελική:

-Θέλεις να σου πω τι πιστεύω για το θάνατο;
-Πες μου.
-Αυτά που θα σου πω τα σκέφτηκα κοιτάζοντας αυτή τη φωτογραφία: Ο δρόμος της επιστροφής από την Τσαγκαράδα προς την Αθήνα μετά από ένα επαγγελματικό ταξίδι. Στην αρχή, όταν φτάνεις στην Τσαγκαράδα μοιάζει σαν να φτάνεις στον παράδεισο.
Αλλά όσο κι αν θες να μείνεις εκεί για πάντα, έρχεται η στιγμή που θα πρέπει να μπεις στο αυτοκίνητο και να ξεκινήσεις το ταξίδι της επιστροφής στο γραφείο.
Μια υπέροχη διαδρομή ανάμεσα σε πλατάνια, οξιές και καστανιές.
Η ομορφιά των δέντρων αριστερά και δεξιά του δρόμου,
οι εικόνες του πράσινου που καθαρίζουν τη σκέψη, σου υπενθυμίζουν συνεχώς πόσο τυχερός στάθηκες ώστε να ζεις όλο αυτό…
Κάθε στιγμή της διαδρομής παραμένει ευτυχία. Κι ας ξέρεις ότι τίποτα δεν θα αποτρέψει την αναπόφευκτη επιστροφή στο γραφείο, στην Αθήνα.
Είναι το τέλος της διαδρομής. Και στο θυμίζουν αυτό οι ταμπέλες που δείχνουν την πορεία που είσαι αναγκασμένος -όσο κι αν δεν το θες- να ακολουθήσεις.
Η χιλιομετρική απόσταση από την Αθήνα συνεχώς μειώνεται.

-Ναι, ξέρω τη διαδρομή. Είναι πραγματικά υπέροχη. Λοιπόν;
-Σου έχω ξαναπεί ότι δεν πιστεύω ότι ο θεός αλληλεπιδρά μαζί μας.
-Ναι, αλλά έχεις παραδεχτεί ότι δεν μπορούμε να ξέρουμε αν υπάρχει ή όχι.
-Στο θυμίζω γιατί αν και δεν πιστεύω ότι ο θεός παρεμβαίνει στη ζωή μας, ακόμη κι εγώ αφήνω με τη φαντασία μου να γεννηθεί μια νέα πραγματικότητα.

-Πώς συνδέεται αυτό με την φωτογραφία;
-Σκέφτομαι την πορεία της ζωής παραλληλίζοντάς τη με την επιστροφή από την Τσαγκαράδα και το θάνατο ως την επιστροφή στην Αθήνα. Είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώσεις, επειδή έζησες την ευτυχία της ζωής.
-Και ποιά είναι η νέα πραγματικότητα που λες;
-Να, δημιουργώ με τη φαντασία μου ένα νέο δρόμο. Ή μάλλον όχι νέο. Ο δρόμος αυτός υπάρχει ήδη. Είναι ο δρόμος προς την παραλία του Μυλοπόταμου. Απλώς δεν είναι ο δρόμος που συμφώνησες ότι θα ακολουθήσεις. Το ταξίδι, ας μην το ξεχνάμε, είναι επαγγελματικό. Δεν είσαι ελεύθερος να ταξιδέψεις όπου θέλεις. Η συμφωνία είναι ότι με την ολοκλήρωση της δουλειάς, επιστρέφεις στο γραφείο. Κι ωστόσο , ενώ ακολουθείς τις οδηγίες του χάρτη και τις ενδείξεις των πινακίδων, η άσφαλτος δεν οδηγεί εκεί που νομίζεις.
-Και πού οδηγεί;
-Η άσφαλτος σε βγάζει παραλία. Την παραλία του Μυλοπόταμου. Ή όποια άλλη θάλασσα θέλεις. Δεν ήταν ο δρόμος που προοριζόσουν να ακολουθήσεις. Η κατάληξη του ταξιδιού είναι μια έκπληξη. Αντί για το κενό της ύπαρξης, μια αναπάντεχη διαδρομή στη θάλασσα. Το ακριβώς αντίθετο από τη ζωή όπως την ξέρουμε:
ένα παιχνίδι απωλειών στο οποίο χάνει κανείς τελικά και την ίδια τη ζωή.

-Όμορφο, αλλά μου ακούγεται σαν ένα είδος διακήρυξης μιας νέας πίστης στη μετά θάνατον ζωή. Τελικά πιστεύεις ή δεν πιστεύεις; Μήπως απλώς φοβάσαι το θάνατο;
-Δεν μπορώ να ξέρω. Δεν έχω σκεφτεί με πληρότητα τον προσωπικό μου θάνατο. Κάθε άνθρωπος μπορεί να φανταστεί πολλά πράγματα, αλλά δεν μπορεί στα σοβαρά να συλλάβει την ανυπαρξία του.
-Πώς τα σκέφτηκες αυτά, μια τόσο ηλιόλουστη μέρα;
-Τι να σου πω, δεν σκέφτομαι τη σωτηρία μου, το τομάρι μου. Δεν με απασχολεί αυτό. Ή, ίσως και να λέω, υποσυνείδητα, ψέματα. Περισσότερο, πάντως, σκέφτομαι τη μάνα μου.
Τον πατέρα μου. Το θάνατό τους. Αλλά και τη ζωή που τους άξιζε να ζήσουν. Το πεπρωμένο τους και μαζί με αυτό τη μοίρα όλης της ανθρωπότητας. Όλων των ανθρώπων αδιακρίτως.
-Είναι πολύ συγκινητικό. Αλλά πρέπει να παραδεχτείς ότι, κατά βάθος, ελπίζεις και εσύ σε μια θεία πρόνοια. Δε συμφωνείς;
-Δεν χρειάζεται η παρέμβαση μιας θείας πρόνοιας. Τα πράγματα στη φύση συμβαίνουν και χωρίς αυτή. Πάντως, σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι εγώ, πριν μερικά χρόνια, θα υποστήριζα ότι όλο αυτό είναι απλώς ένας ευσεβής πόθος. Αλλά σήμερα το πιστεύω.
-Το πιστεύεις, ε; Εγώ τώρα σκεφτόμουν την πρώτη φορά που επισκέφτηκα την Τσαγκαράδα. Η αλήθεια είναι ότι η θέα εκεί έχει κάτι το μοναδικό. Εκεί που τελειώνει το βουνό και θα έπρεπε να αρχίζει η πεδιάδα, ξαφνικά το μάτι ξυπνάει: διακρίνει τη θάλασσα. Και μια που το έφερε η κουβέντα, δεν πάμε για μπάνιο; Ο ήλιος λάμπει.
-Πάμε.
(Κοιτάζονται και χαμογελάνε. Χωρίς τέλος)

Posted in Η ιστορία της Αγγελικής | 5 Comments

Η ομορφιά του κόσμου

Ψάχνεις να βρεις λέξεις
για να χωρέσεις μέσα τους
την ομορφιά,
μα τις βλέπεις ήδη σαν
μαύρα στίγματα σε λευκό χαρτί,
Θέλεις μονάχα να μιλήσεις,
μα νιώθεις πώς φλυαρείς,
απολύτως τίποτα δεν μπορεί
να υποκαταστήσει την ομορφιά,
ούτε καν η φωτογραφία της.
Ψάχνεις να βρεις λόγια
για να κλείσεις μέσα το ανείπωτο,
έστω να συλλαβίσεις μια λέξη,
μα όση ομορφιά απέμεινε στον κόσμο,
καθόλου δεν χρειάζεται τις φράσεις σου
για να υπάρξει,
Κι έτσι απελευθερώνεσαι
για να γίνεις ένα μαζί της.

Κατερίνα Τσαγκαράκη


(Φωτογραφία: Κωνσταντίνος Λαχανάς)

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Νίκος Μπακόλας, Η μεγάλη πλατεία



(Πηγή: http://bakolas.gr/)

Posted in Uncategorized | Leave a comment