35.Τα ρόδα του Βαλλιάνειου

Stat rosa pristina nomine, nomina nuda tenemus*
Umberto Eco, Το όνομα του ρόδου

Η Εμμέλεια λάτρευε την ανάγνωση βιβλίων. Όχι οπουδήποτε, αλλά συγκεκριμένα στο κτήριο επί της οδού Πανεπιστημίου, όπου έως το 2017 στεγαζόταν η Εθνική Βιβλιοθήκη. Για την μητέρα της, αυτή η εμμονή ήταν ακατανόητη. Πάντα αναρωτιόταν πώς θα έβρισκε τον τρόπο να κατάφερει τα παιδιά της να σταματήσουν να αφιερώνουν απίστευτα πολύτιμο χρόνο σε μια τόσο βλαβερή για τα μάτια συνήθεια. Και σαν να μην έφτανε αυτό, άρχιζαν να χάνουν και το μυαλό τους. Ο Πέτρος έλεγε ότι θα αισθανόταν πιο χρήσιμος, αν ζούσε σε ένα νησί του Αιγαίου και βοηθούσε στη διάσωση προσφύγων, αντί να δουλεύει, ενώ η Εμμέλεια -ακόμη χειρότερα- παραμελούσε το παιδί της προκειμένου να ξοδεύει λεφτά για βιβλία και να περνάει ώρες στον υπολογιστή γράφοντας, όπως έλεγε, ένα μυθιστόρημα. Μα, τελοσπάντων, τι λάθη είχε κάνει ως μάνα, τι έπρεπε να είχε κάνει διαφορετικό; Πόσο πιο εύκολη θα ήταν η ζωή, αν ζούσε ο πατέρας τους…
Περπατούσε κατά μήκος της Ρήγα Φεραίου, περιφρονώντας οποιαδήποτε συγκίνηση θα ένιωθε η κόρη της βλέποντας την κλειστή πόρτα με την περιγραφή που πιστοποιούσε ότι η Εθνική Βιβλιοθήκη δεν ήταν πια εδώ, αγνοώντας τις εργασίες που γίνονταν από βιβλιοθηκονόμους, συντηρητές και μεταφορείς για το ταξίδι των βιβλίων στο νέο τους σπίτι, αδιαφορώντας για την ομορφιά της αρχιτεκτονικής του κτηρίου. Το μόνο που σήμαινε κάτι για εκείνη, καθώς κατευθυνόταν προς τη στάση Ακαδημίας, ήταν τα ρόδα του Βαλλιάνειου. Είχαν το ίδιο χρώμα, αυθεντικό τριανταφυλλί, όπως εκείνα που είχε φυτέψει ο Θανάσης, όταν έμαθε ότι ήταν έγκυος στον Πέτρο. Και τώρα, ο γιος της, φρόντιζε με κάθε επιμέλεια τις νέες πια τριανταφυλλιές, ενόψει του ερχομού του καινούριου του φλερτ στο σπίτι. Άραγε θα ήταν μια λογική κοπέλα αυτή τη φορά;
Στη στάση, δεν θα πρόσεχε το χαρτί που κόλλησε η Αγγελική, αν δεν τύχαινε να το διαβάζουν εκείνη τη στιγμή δύο αγόρια.
-Λες να έχει τίποτα λεφτά μέσα;
-Ναι, καλά. Άμα είχε λεφτά, εσύ θα το ‘δινες;
Πλησίασε και διάβασε το μήνυμα. Δεν είμαστε καλά. Λες να είναι το τετράδιο της Εμμέλειας, που είχε μια βδομάδα πένθος, λες και έχασε το σεντούκι με τα φλουριά. Δε φτάνει που αυτό το παιδί έχει τα μυαλά της στα σύννεφα. Ούτε για αυτά που την ενδιαφέρουν, δεν ξέρει να προσέξει. Το μόνο που ξέρει να λέει είναι ότι δεν θα κάνει τα ίδια λάθη με τη μάνα της. Να δούμε πόσα λιγότερα θα κάνει αυτή. Τώρα θα φταίω εγώ, άμα δεν γράψω το τηλέφωνο μετά από τον τρόπο που μου μίλησε την τελευταία φορά; Τελοσπάντων, έχω κανένα στυλό; Α, εδώ είναι. Ας γράψω το τηλέφωνο.

[*Eco states in the Postscript to the Name of the Rose that Bernard’s poem is also the source of the novel’s title and last line —
“Stat rosa pristina nomine; nomina nuda tenemus.”
(Yesterday’s rose endures in its name; we hold empty names.)
— meaning that in this imperfect world, the only imperishable things are ideas.
For Bernard and Adso, this verse would express the impermanence of physical objects. For Eco, however, the “empty name” represents an indefinite semiotic sign. The rose of the title is a symbol so rich in meaning that it now means everything and nothing. It is empty space which readers can fill in with their own interpretation.

“Since the publication of The Name of the Rose I have received a number of letters from readers who want to know the meaning of the final Latin hexameter, and why this hexameter inspired the book’s title. I answer that the verse is from De contemptu mundi by Bernard of Morlay, a twelfth-century Benedictine, whose poem is a variation on the “ubi sunt” theme (most familiar in Villon’s later “Mais ou sont les neiges d’antan”). But to the usual topos (the great of yesteryear, the once-famous cities, the lovely princesses: everything disappears into the void), Bernard adds that all these departed things leave (only, or at least) pure names behind them. I remember that Abelard used the example of the sentence “Nulla rosa est” to demonstrate how language can speak of both the nonexistent and the destroyed. And having said this, I leave the reader to arrive at his own conclusions.” (πηγή)]

Advertisements
Posted in Η ιστορία της Αγγελικής | Tagged | Leave a comment

34. Ενάντια στη βιβλιοκριτική

[…
You know what a miracle is. Not what Bakunin said. But another world’s intrusion into this one. Most of the time we coexist peacefully, but when we do touch there’s cataclysm.
…]
Thomas Pynchon, The crying of lot 49

Τελικά η κουβέντα δεν ξεκίνησε από εκεί. Ο Πέτρος άλλαξε γνώμη. Ταυτόχρονα, στάθηκε τυχερός, γιατί μια γιαγιά που καθόταν απέναντι από την κοπέλα σηκώθηκε για να κατέβει στη στάση Σύνταγμα. Τότε, άδραξε την ευκαιρία και κάθισε εκείνος απέναντί της λέγοντας:
«Με λένε Οδυσσέα».
Η κοπέλα συνέχισε να διαβάζει προσποιούμενη ότι δεν άκουσε.
«Ελπίζω αυτό το βιβλίο να μην γράφει για μένα», συνέχισε αποσπώντας το πρώτο της χαμόγελο. Θα ήθελε να του πει: « ‘Εχω αγόρι» για να τον ξεφορτωθεί, όπως η Πηνελόπη τους μνηστήρες, και να συνεχίσει να διαβάζει Joyce ανενόχλητη, αλλά δεν το ήθελε πραγματικά.
Ο Πέτρος προετοίμαζε τον εαυτό του για μια χυλόπιτα ή για το χάος που προκαλεί η εντροπία που ξεκινάει με την αίσια έκβαση του πρώτου φλερτ. Δεν μπορούσε να γνωρίζει ποιά από τις δύο εκδοχές θα ήταν προτιμότερη για να ευημερεύσει στη ζωή του.
Και τώρα η κίνηση ματ που θα καθόριζε την έκβαση του παιχνιδιού. Της λέει:
«Υπάρχει μια βιβλιοπαρουσίαση στο πατάρι του Gutenberg για την Συλλογή των 49 στο σφυρί. Θέλεις να πάμε;»
Εκείνη τον κοίταξε με το ύφος της κολακευμένης γυναίκας που αποφασίζει να απατήσει τον Joyce για να βρεθεί στον κόσμο του Pynchon και απάντησε:
«Γιατί όχι;»

Η βιβλιοπαρουσίαση εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=VQl6_nD-oQA

Ενάντια στη βιβλιοκριτική : εδώ.

Posted in Η ιστορία της Αγγελικής | Leave a comment

Daniel Mendelsohn, Μια Οδύσσεια

Συμβαίνει το εξής καταπληκτικό με αυτό το βιβλίο: αρχικά η ιστορία του πατέρα και του γιου φαίνεται κάπως αδιάφορη και “στεγνή” σε σχέση με το έπος του Ομήρου. Όμως, αργά και σταδιακά η φανερά εμπεριστατωμένη παρουσίαση του έπους της «Οδύσσειας» αρχίζει να μετατοπίζεται από το κέντρο του πίνακα πίσω προς το φόντο, δίνοντας χώρο σε μια ιστορία προσωπική του συγγραφέα, που καταλήγει να γίνεται προσωπική και για τον αναγνώστη, και άρα πανανθρώπινη.

Διαλέγω το εξής απόσπασμα:
Και τότε μου ήρθε στον νου το σεμινάριο της Οδύσσειας. Το έπος αυτό είναι τόσο γεμάτο ιστορίες, όχι μόνο αυτές που αφηγείται ο ήρωας, ιστορίες αληθινές και πλαστές, κανονικότατα ψέματα ή «βελτιωμένες» εκδοχές πραγμάτων που όντως συνέβησαν· όλα όσα συμβαίνουν, μας υπενθυμίζει η Οδύσσεια, μπορούν, στα χέρια του σωστού αφηγητή, να γίνουν συναρπαστική ιστορία. Γιατί εντέλει τι είναι ο Οδυσσέας -ο ήρωας του οποίου η τελική πράξη εκδικητικής βίας συγκρίνεται, μέσω μιας αξιομνημόνευτης παρομοίωσης, με αοιδό που χορδίζει τη λύρα του- αν όχι ποιητής της ίδιας του της ζωής;

mia-odysseia-enas-pateras-enas-gios-ena-9789601664491-200-1309955

Posted in Uncategorized | Leave a comment

33.Κατάδυση

Εκείνη τη μέρα που η Αγγελική περίμενε τον Πέτρο στην καφετέρια, η κοπέλα που καθόταν στο διπλανό τραπέζι και έγραφε σε ένα μπλοκ σημειώσεων ήταν η Εμμέλεια. Το σημειωματάριο, χρώματος μπλε, ήταν ένα μονίμως μεταβαλλόμενο προσχέδιο του μυθιστορήματος που φιλοδοξούσε να γράψει με μοναδικό σκοπό να το αφήσει ως αθάνατο ενθύμιο της ύπαρξής της για το γιο της. Κι ας ήξερε, κατά βάθος, ότι ταυτόχρονα είναι μια εγωκεντρική απόπειρα να διασώσει την υστεροφημία της, όταν πια αυτή δε θα έχει καμμιά σημασία για εκείνη, αφού δε θα έχει διασωθεί η ίδια.
Τι άραγε θα έγραφε τώρα η Εμμέλεια σε ένα γράμμα στην Πέλα Σουλτάτου για τις “Ανάποδες στροφές“;

“Αγαπητή κυρία Σουλτάτου,
Ανήκω σε εκείνη την προνομιούχα κατηγορία ανθρώπων που γνωρίζει ότι το όνομα σας προέρχεται από το Πελαγία. Είναι ένας πλάγιος τρόπος να πω πόσο τυχερή νιώθω που αυτός ο τόπος, η Κρήτη, ορίζει ένα κομμάτι του εαυτού μου κι έτσι μπόρεσα να βυθιστώ στον κόσμο της κρητικής ντοπιολαλιάς, όπου υπάρχει στις “Ανάποδες στροφές”. Όμως, αυτό από μόνο του δεν θα σήμαινε πολλά πράγματα, αν δεν υπήρχε η ιστορία μιας οικογένειας, φαινομενικά διαλυμένης, που ωστόσο διατηρεί ακέραια στον πυρήνα της τα αρχέγονα ένστικτα της αγάπης της μάνας προς το γιο και αντιστρόφως (μια αγάπη αληθινή, ολοκληρωτική, εγωιστική, αναμφίβολα ερωτική, αναπόδραστα σύμφυτη με το οιδιπόδειο σύνδρομο). Όπως γράφει η Μαρία: “Τρελό σκαπέτι είναι το γράψιμο” και τώρα που σκάβω, το νιώθω πως θα ήθελα να γράψω μια τέτοια ιστορία: Μια βαθιά κατάδυση στην εντός μας θάλασσα, μια ανερυθρίαστη εξομολόγηση στο γιο μου πόσο πολύ τον αγαπώ. Αμφίσημο το τέλος, αλλά επέλεξα την απαισιόδοξη οπτική. Ίσως, επειδή καταλαβαίνω πόσο πολύ κι εκείνος μ’αγαπάει. Αρκετά, όμως, με εμάς. Το βιβλίο σας είναι συγκλονιστικό. Το εννοώ.

Με εκτίμηση,
Εμμέλεια Ιωαννάκη”

Posted in Η ιστορία της Αγγελικής | Leave a comment

Sebastian Barry, Μέρες δίχως τέλος

Βαθιά ποιητική πνοή διαπνέει την πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Thomas McNulty, ενός Ιρλανδού που ξεφεύγει από την πείνα της χώρας του μεταναστεύοντας στην Αμερική τη δεκαετία του 1850. Ο Thomas περιγράφει συναρπαστικά τις, γεμάτες αγριότητα και παραλογισμό, μέρες του πολέμου αρχικά εναντίον των Ινδιάνων και στη συνέχεια του αμερικάνικου εμφυλίου έχοντας στο πλευρό του, τον συμπολεμιστή και σύντροφο του John Cole. Για εκείνους, η κατάταξη στον στρατό είναι ζήτημα επιβίωσης έναντι της πείνας. Δεν έχουν την πολυτέλεια μιας εναλλακτικής επιλογής.

Η αφήγηση είναι ένας υπέροχος συνδυασμός προσεκτικής επιλογής των λέξεων με την ακρίβεια και την ευαισθησία ενός ποιητή και χειμαρρώδους εξιστόρησης των αναμνήσεων του Thomas McDulty από τις δικές του μέρες δίχως τέλος. Το χιούμορ δε λείπει, αντίθετα παρεισφρέει σε ανύποπτες στιγμές.

Στο συνεχές και δύσκολο παιχνίδι με το θάνατο που είναι η ζωή των δύο πρωταγωνιστών, μια ευχάριστη εμπειρία είναι το παιχνίδι ρόλων στο σαλούν του κου Νουν, όπου καλούνται να χορέψουν με τους μεταλλωρύχους υποδυόμενοι τις γυναίκες. Είναι η αφύπνιση του ερωτικού τους προσανατολισμού. Αλλά, το πραγματικό κέντρο βάρους της ιστορίας φαίνεται να είναι η ευτυχία της οικογένειας που εντέλει προκύπτει ανάμεσα στους δύο ήρωες με την υιοθέτηση μιας νεαρής Ινδιάνας. Αυτή η αντισυμβατική σύνθεση οικογένειας καταδεικνύει την ικανότητα του ανθρώπου να χτίζει την ομορφιά μέσα από ανθρώπινες σχέσεις, ακόμη και εν μέσω της φρικαλεότητας που συνιστά ο ανηλεής πόλεμος.

Οι “Μέρες δίχως τέλος” είναι ένα βιβλίο για τη νίκη της ζωής έναντι του πανταχού παρόντα θανάτου. Μια ελεγεία για την ευτυχία που είναι άρρηκτα συνυφασμένη, ακόμη και στις σκοτεινότερες μέρες, με την αγάπη. Μια υπενθύμιση για τις δικές μας μέρες δίχως τέλος της ζωής μας. Δεν έχει σημασία αν θα μπορούσε ή όχι να είναι πραγματική η ιστορία. Ο Thomas γίνεται τόσο γήινος μέσα από την αφήγησή του, ώστε αξίζει να τη διαβάσει κανείς όπως αξίζει να ακουστεί το πρωινό κελάηδισμα ενός πουλιού σ’ένα κατάφωτο δάσος.

meres

Posted in Uncategorized | Leave a comment

32.Σε τι χρησιμεύει η ποίηση

Την ημέρα που η Αγγελική αποφάσισε να κολλήσει στη στάση του λεωφορείου ένα κομμάτι χαρτί που έγραφε: “Αν χάσατε ένα μπλε σημειωματάριο σ’αυτή εδώ τη στάση πριν μια βδομάδα, τότε μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μου στο παρακάτω τηλέφωνο, αναφέροντας τι χαρακτηριστικό έχει, ώστε να βεβαιωθούμε ότι είναι δικό σας”, ο ήλιος έλαμπε. Κοίταξε το πίσω μέρος της Εθνικής Βιβλιοθήκης και η εικόνα της φάνηκε τόσο όμορφη που μόνο ένας ποιητής θα μπορούσε να την περιγράψει. Μην έχοντας τον τρόπο να το κάνει η ίδια, την αποτύπωσε σε μια φωτογραφία.

20180331_144207

Κι ύστερα σκέφτηκε ότι πραγματικά ήλπιζε να συναντήσει και να γνωρίσει εκείνη την κοπέλα, που κάποτε επέλεξε να κρατήσει το παρακάτω απόσπασμα ενός περιοδικού κολλημένο στις πρώτες σελίδες του σημειωματάριου:

«Για να διαμορφώσετε ένα καλό λογοτεχνικό γούστο υπάρχει μόνο ένας τρόπος: να διαβάζετε ποίηση… Η ποίηση ως η υψηλότερη φόρμα ανθρώπινης ομιλίας δεν είναι μόνο ο συντομότερος και ο πιο περιεκτικός τρόπος για να μοιραστεί κανείς μια ανθρώπινη εμπειρία· προσφέρει και την υψηλότερη κλίμακα για κάθε γλωσσικό επιχείρημα -κυρίως για όσα επιχειρούνται πάνω στο χαρτί. Όσο περισσότερη ποίηση διαβάζει κανείς, τόσο απεχθάνεται τις μακρολογίες κάθε είδους, είτε πρόκειται για φιλοσοφικές συζητήσεις είτε αφορούν σε ιστορικά ή κοινωνικά θέματα είτε πρόκειται για λογοτεχνικά αφηγήματα. Η καλή πρόζα είναι πάντα ενέχυρο της ακρίβειας, του ρυθμού και της έντασης του λυρικού τρόπου ομιλίας… Η λογοτεχνία ξεκίνησε με την ποίηση… Αυτό λοιπόν που πρέπει να κάνει κανείς είναι ν’ ακολουθήσει τη μέθοδο που ίσχυσε για χιλιάδες χρόνια στον πολιτισμό μας. Είναι ευκολότερο απ’ ό,τι νομίζετε, γιατί το corpus της ποίησης είναι πολύ λιγότερο εκτενές από αυτό της πρόζας. Αν μάλιστα ενδιαφέρεστε, σε πρώτη φάση, για τη λογοτεχνία του αιώνα μας, η δουλειά σας γίνεται παιχνιδάκι. Θα πρέπει ν’ ασχοληθείτε μερικούς μήνες καταρχήν με τους ποιητές που έγραψαν στη μητρική σας γλώσσα, προτευόντως εκείνους του πρώτου μισού αυτού του αιώνα. Φαντάζομαι πως θα καταλήξετε σε καμιά δωδεκαριά λεπτά βιβλιαράκια και μέσα σ’ ένα καλοκαίρι θα ΄χετε φτιάξει ένα καλούπι… Αν μετά τραβήξετε τυχαία από τη βιβλιοθήκη έναν οποιονδήποτε τόμο πεζών κειμένων και τον παρατήσετε μετά από λίγο, το λάθος δεν θα είναι δικό σας…»

Συμβουλές από μια ομιλία του Γιόζεφ Μπρόντσκι που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στη γερμανική Frankfurter Algemeine, λίγες μέρες μετά το θάνατο του νομπελίστα ποιητή.

img1(πηγή φωτογραφίας: εδώ)

 

 

Posted in Η ιστορία της Αγγελικής | Leave a comment

Janine di Giovanni, Το πρωί που ήρθαν να μας πάρουν

Η νέα χρονιά ξεκίνησε με ένα βιβλίο που με κέρδισε από την πρώτη στιγμή που το αντίκρυσα στην προθήκη του βιβλιοπωλείου. Ο δευτερεύων τίτλος του είναι “Ανταποκρίσεις από τον πόλεμο στη Συρία”, που αντιστοιχεί και στο δημοσιογραφικό περιεχόμενό του και φέρνει τον αναγνώστη μέσα στην καθημερινότητα του εμφύλιου στη Συρία, χωρίς μακροσκελείς κοινωνικοπολιτικές ή γεωπολιτικές αναλύσεις.

Ίσως θα ήταν αρκετές οι παραπάνω πληροφορίες σε συνδυασμό με τη δική μου ένθερμη παρότρυνση, ώστε να διαβαστεί από όποιον ενδιαφέρεται να μάθει τι συνέβη εκεί σε επίπεδο ανθρώπινο, καθώς οι αναφορές στα βασανιστήρια όσων φυλακίστηκαν, στον απελπισμένο αγώνα όσων επέμεναν να παραμείνουν στα σπίτια και τον τόπο τους, στην αγωνία όσων μανάδων αγωνίζονται να εξασφαλίσουν τα στοιχειώδη είδη διατροφής για τα παιδιά τους, αλλά και στη ζωή των στρατιωτών ή αξιωματούχων που συμμετέχουν σε αυτόν τον πόλεμο -ενδεχομένως παρά την πραγματική τους θέληση- είναι καταιγιστικές και συγκλονιστικές.

Έχοντας για πάντα ανεξίτηλη στη μνήμη την εικόνα του αδικοχαμένου Alan Kurdi, η ερώτηση: “Να πάμε που;”, την οποία διατυπώνει η Κάρλα, που ζούσε σε ένα διαλυμένο σπίτι με τα παιδιά της, το οποίο αρνείται να εγκαταλείψει, γίνεται απλώς ένα μαχαίρι στην καρδιά.

Το πρώτο κεφάλαιο βρίσκεται στην ιστοσελίδα των εκδόσεων: εδώ.

Η ιστοσελίδα της συγγραφέως και σημαντικής πολεμικής ανταποκρίτριας είναι: https://www.janinedigiovanni.com/

Posted in Uncategorized | Leave a comment

31.Το ταξίδι του “Οδυσσέα”

Η ανεργία είχε και τα καλά της για τον Πέτρο. Τώρα πια μπορούσε να διαθέσει τον ελεύθερο χρόνο του όπως ήθελε. Να αφοσιωθεί στο διάβασμα του “Οδυσσέα” , μελετώντας, παράλληλα, τον “Ulysses: Οδηγός ανάγνωσης” του Μαραγκόπουλου. Να αναζητήσει τη “Βιογραφία” του Ellmann σε κάποιο παλαιοβιβλιοπωλείο. Και ίσως, ενδιάμεσα, να οραματίζεται ένα καινούριο μέλλον σε μια χώρα, της οποίας οι Πολίτες* αυξάνονται ραγδαία, όπως συμβαίνει πάντα σε αντίστοιχες ιστορικές συγκυρίες. Αλλά με κάθε επιστροφή στο σπίτι, ταυτόχρονα θα επέστρεφε στον εαυτό του, και με τις λέξεις του Joyce:

“Think you’re escaping and run into yourself. Longest way round is the shortest way home.”

Όμως, κι ας διάβαζε εξίσου μανιωδώς, όπως η αδερφή του, η Εμμέλεια, εκείνος δεν επιθυμούσε τη συγγραφή ενός μυθιστορήματος. Του αρκούσε να απολαμβάνει την αναντικατάστατη χαρά να ανακαλύπτεις βιβλία που σε συγκλονίζουν με τέτοιο τρόπο, ώστε οποιαδήποτε ματαιοδοξία να γίνεις ένας μέτριος συγγραφέας φαντάζει παιδιάστικη επιθυμία προορισμένη να ξεχαστεί. Και πώς θα μπορούσε ποτέ να γράψει κανείς ένα βιβλίο εφάμιλλο ενός και μόνο κεφαλαίου του “Οδυσσέα” , συγκεκριμένα την “Κίρκη” , ένα τόσο αριστουργηματικό “τύποις” θεατρικό κείμενο, δίνοντας ρόλο ακόμη και στη Συντέλεια του Κόσμου, αφήνοντας τον αναγνώστη απόλυτα γοητευμένο ή/και άναυδο από τον μεγαλοφυή τρόπο με τον οποίο η συνειδησιακή ροή του ήρωα ρέει σε μορφή θεατρικού κειμένου καταδυόμενη έως τα άδυτα των αδύτων του υποσυνειδήτου;
Του αρκούσε, επίσης, να απολαμβάνει την χαρά να ανακαλύπτει μια εμφανίσιμη κοπέλα μέσα στο μετρό να διαβάζει τον “Οδυσσέα”. Η δική της ανάγνωση φαινόταν να έχει προχωρήσει αρκετά. Αναρωτήθηκε πώς της φάνηκε ο “Άδης” . Οι πιθανότητες να μην είχε αγαπήσει ειδικά αυτό το κεφάλαιο ήταν χαμηλές. Θα ήταν ένας ασφαλής τρόπος να ξεκινήσει η κουβέντα από εκεί.



[Σημ: Πολίτης* είναι η μετάφραση του ήρωα Citizen, που χαρακτηρίζεται ως Ιρλανδός εθνικιστής και εμφανίζεται στο κεφάλαιο “Κύκλωπες”. Περισσότερα για τον Πολίτη, αλλά και άλλους ήρωες του βιβλίου εδώ: https://en.wikipedia.org/wiki/List_of_Ulysses_characters).]

(Θερμές ευχαριστίες σε Οδυσσέα Μουζίλη για την παρότρυνση του και τις εξαιρετικά βοηθητικές αναρτήσεις του, καθώς επίσης και σε Κατερίνα Μαλακατέ και Ελένη Γαρυφαλάκη, οι οποίες με τα καίρια σχόλια τους με ενέπνευσαν να ολοκληρώσω την ομολογουμένως απαιτητική ανάγνωση του “Ulysses”)

Posted in Η ιστορία της Αγγελικής | 5 Comments

30.Στη μνήμη της μητέρας μου

Και, εδώ, ακολουθεί ένα από τα πιο ολοκληρωμένα κείμενα που βρέθηκαν στο χαμένο μπλε σημειωματάριο και αγάπησε η Αγγελική:

-Θέλεις να σου πω τι πιστεύω για το θάνατο;
-Πες μου.
-Αυτά που θα σου πω τα σκέφτηκα κοιτάζοντας αυτή τη φωτογραφία: Ο δρόμος της επιστροφής από την Τσαγκαράδα προς την Αθήνα μετά από ένα επαγγελματικό ταξίδι. Στην αρχή, όταν φτάνεις στην Τσαγκαράδα μοιάζει σαν να φτάνεις στον παράδεισο.
Αλλά όσο κι αν θες να μείνεις εκεί για πάντα, έρχεται η στιγμή που θα πρέπει να μπεις στο αυτοκίνητο και να ξεκινήσεις το ταξίδι της επιστροφής στο γραφείο.
Μια υπέροχη διαδρομή ανάμεσα σε πλατάνια, οξιές και καστανιές.
Η ομορφιά των δέντρων αριστερά και δεξιά του δρόμου,
οι εικόνες του πράσινου που καθαρίζουν τη σκέψη, σου υπενθυμίζουν συνεχώς πόσο τυχερός στάθηκες ώστε να ζεις όλο αυτό…
Κάθε στιγμή της διαδρομής παραμένει ευτυχία. Κι ας ξέρεις ότι τίποτα δεν θα αποτρέψει την αναπόφευκτη επιστροφή στο γραφείο, στην Αθήνα.
Είναι το τέλος της διαδρομής. Και στο θυμίζουν αυτό οι ταμπέλες που δείχνουν την πορεία που είσαι αναγκασμένος -όσο κι αν δεν το θες- να ακολουθήσεις.
Η χιλιομετρική απόσταση από την Αθήνα συνεχώς μειώνεται.

-Ναι, ξέρω τη διαδρομή. Είναι πραγματικά υπέροχη. Λοιπόν;
-Σου έχω ξαναπεί ότι δεν πιστεύω ότι ο θεός αλληλεπιδρά μαζί μας.
-Ναι, αλλά έχεις παραδεχτεί ότι δεν μπορούμε να ξέρουμε αν υπάρχει ή όχι.
-Στο θυμίζω γιατί αν και δεν πιστεύω ότι ο θεός παρεμβαίνει στη ζωή μας, ακόμη κι εγώ αφήνω με τη φαντασία μου να γεννηθεί μια νέα πραγματικότητα.

-Πώς συνδέεται αυτό με την φωτογραφία;
-Σκέφτομαι την πορεία της ζωής παραλληλίζοντάς τη με την επιστροφή από την Τσαγκαράδα και το θάνατο ως την επιστροφή στην Αθήνα. Είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώσεις, επειδή έζησες την ευτυχία της ζωής.
-Και ποιά είναι η νέα πραγματικότητα που λες;
-Να, δημιουργώ με τη φαντασία μου ένα νέο δρόμο. Ή μάλλον όχι νέο. Ο δρόμος αυτός υπάρχει ήδη. Είναι ο δρόμος προς την παραλία του Μυλοπόταμου. Απλώς δεν είναι ο δρόμος που συμφώνησες ότι θα ακολουθήσεις. Το ταξίδι, ας μην το ξεχνάμε, είναι επαγγελματικό. Δεν είσαι ελεύθερος να ταξιδέψεις όπου θέλεις. Η συμφωνία είναι ότι με την ολοκλήρωση της δουλειάς, επιστρέφεις στο γραφείο. Κι ωστόσο , ενώ ακολουθείς τις οδηγίες του χάρτη και τις ενδείξεις των πινακίδων, η άσφαλτος δεν οδηγεί εκεί που νομίζεις.
-Και πού οδηγεί;
-Η άσφαλτος σε βγάζει παραλία. Την παραλία του Μυλοπόταμου. Ή όποια άλλη θάλασσα θέλεις. Δεν ήταν ο δρόμος που προοριζόσουν να ακολουθήσεις. Η κατάληξη του ταξιδιού είναι μια έκπληξη. Αντί για το κενό της ύπαρξης, μια αναπάντεχη διαδρομή στη θάλασσα. Το ακριβώς αντίθετο από τη ζωή όπως την ξέρουμε:
ένα παιχνίδι απωλειών στο οποίο χάνει κανείς τελικά και την ίδια τη ζωή.

-Όμορφο, αλλά μου ακούγεται σαν ένα είδος διακήρυξης μιας νέας πίστης στη μετά θάνατον ζωή. Τελικά πιστεύεις ή δεν πιστεύεις; Μήπως απλώς φοβάσαι το θάνατο;
-Δεν μπορώ να ξέρω. Δεν έχω σκεφτεί με πληρότητα τον προσωπικό μου θάνατο. Κάθε άνθρωπος μπορεί να φανταστεί πολλά πράγματα, αλλά δεν μπορεί στα σοβαρά να συλλάβει την ανυπαρξία του.
-Πώς τα σκέφτηκες αυτά, μια τόσο ηλιόλουστη μέρα;
-Τι να σου πω, δεν σκέφτομαι τη σωτηρία μου, το τομάρι μου. Δεν με απασχολεί αυτό. Ή, ίσως και να λέω, υποσυνείδητα, ψέματα. Περισσότερο, πάντως, σκέφτομαι τη μάνα μου.
Τον πατέρα μου. Το θάνατό τους. Αλλά και τη ζωή που τους άξιζε να ζήσουν. Το πεπρωμένο τους και μαζί με αυτό τη μοίρα όλης της ανθρωπότητας. Όλων των ανθρώπων αδιακρίτως.
-Είναι πολύ συγκινητικό. Αλλά πρέπει να παραδεχτείς ότι, κατά βάθος, ελπίζεις και εσύ σε μια θεία πρόνοια. Δε συμφωνείς;
-Δεν χρειάζεται η παρέμβαση μιας θείας πρόνοιας. Τα πράγματα στη φύση συμβαίνουν και χωρίς αυτή. Πάντως, σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι εγώ, πριν μερικά χρόνια, θα υποστήριζα ότι όλο αυτό είναι απλώς ένας ευσεβής πόθος. Αλλά σήμερα το πιστεύω.
-Το πιστεύεις, ε; Εγώ τώρα σκεφτόμουν την πρώτη φορά που επισκέφτηκα την Τσαγκαράδα. Η αλήθεια είναι ότι η θέα εκεί έχει κάτι το μοναδικό. Εκεί που τελειώνει το βουνό και θα έπρεπε να αρχίζει η πεδιάδα, ξαφνικά το μάτι ξυπνάει: διακρίνει τη θάλασσα. Και μια που το έφερε η κουβέντα, δεν πάμε για μπάνιο; Ο ήλιος λάμπει.
-Πάμε.
(Κοιτάζονται και χαμογελάνε. Χωρίς τέλος)

Posted in Η ιστορία της Αγγελικής | 5 Comments

29.Θήτα

Μερικές φορές ένιωθε κι εκείνη ότι “η Αθήνα φάνταζε ασφυκτικά μικρή για κάποιον που επιθυμούσε να την αφήσει αμέσως πίσω” . Είχε κι η Αγγελική την επιθυμία να κατευθυνθεί στο σταθμό για τα τρένα και να φύγει από την πόλη που “έμοιαζε έτοιμη να καταβροχθίσει τους λόφους και τα βουνά γύρω της, ξερνώντας άκομψες πολυκατοικίες σε άναρχη δόμηση” . Μια φυγή στην Ευρώπη, όπως ο Αλέξης, ένας από τους ήρωες στο “Θήτα” . Δεν ήταν, όμως, καθόλου σίγουρη αν θα είχε τα κότσια να το κάνει. Κι, επίσης, δεν ήταν καθόλου σίγουρη για το τι θα αποκάλυπτε, αν ήταν ένας από τους επιβάτες εκείνου, του τόσο διαφορετικού από τα άλλα, τρένου.
Έξι διαφορετικοί άνθρωποι συναντούν ένα μικρό παιδί κι έναν παράξενο λαχειοπώλη, ο οποίος είναι διατεθειμένος να δώσει δωρεάν τα τελευταία του λαχεία. Για γούρι, όπως λέει. Είναι, όμως, πράγματι, τύχη να έχεις το λαχείο και να βρίσκεσαι σε εκείνο το βαγόνι, που καθώς το τρένο επιταχύνει “με μιαν αλλόκοτη, σχεδόν δαιμονική ταχύτητα” , σε φέρνει στα όρια του να αποκαλύψεις ανομολόγητα μυστικά;
Όσο κι αν ταυτίζεται η Αγγελική με την εκλογίκευση, όσων διαδραματίζονται στη μοιραία πορεία του τρένου, από τον Αριστοτέλη, όλα μοιάζουν να συγκλίνουν στο ότι το κακό προαίσθημα της Δήμητρας έχει μια μεταφυσική χροιά. Στη σκέψη της, το τρένο, το παιδί κι ο λαχειοπώλης θα μπορούσαν να συμπληρώνουν ένα παζλ, που είναι η ανθρώπινη συνείδηση. Ίσως και όχι. Αλλά το πιο όμορφο στοιχείο στην ιστορία του “Θήτα” , είναι η παρουσία και ο κόσμος της Μαργαρίτας, μιας τυφλής, που η Άννα της μαθαίνει να ζωγραφίζει.

Posted in Η ιστορία της Αγγελικής | Leave a comment