24.Αναζητώντας την άγνωστη Χ

Είχε προσπαθήσει να την ξανασυναντήσει. Την ίδια ώρα και στην ίδια στάση, ακριβώς την επόμενη μέρα. Στο ίδιο σημείο ξανά, μετά από μία εβδομάδα. Η Αγγελική κρατούσε το σημειωματάριο στα χέρια της εμφανώς, ώστε να διευκολύνει την κοπέλα που το έχασε να το αναγνωρίσει άμεσα. Ωστόσο αποδείχτηκε ότι καμμιά από τις κοπέλες, που πιθανολογούσε ότι ήταν η ενδιαφερόμενη, δεν έδειξε το αναμενόμενο ενδιαφέρον. “Όταν μπορούμε με ευκολία να φανταστούμε ένα γεγονός, υπερεκτιμάμε και τις πιθανότητες να συμβεί πραγματικά”, έγραφε ο Dan Gilbert στο «Αναζητώντας την ευτυχία». 

Αναρωτήθηκε τί συναισθήματα μπορούσαν να κατακλύζουν την κοπέλα, όταν το έχασε.  Άραγε η άγνωστη είχε ήδη αποδεχτεί το συμβάν με στωικότητα; “Δεν έχουμε επίγνωση του γεγονότος ότι είναι πιο πιθανόν να ενεργοποιηθούν οι άμυνές μας από έντονα οδυνηρές παρά από ήπια οδυνηρές καταστάσεις, και επομένως κάνουμε λάθος προβλέψεις για τις συναισθηματικές μας αντιδράσεις απέναντι σε δεινά διαφορετικής τάξεως” έγραφε ο Dan Gilbert στο ίδιο βιβλίο. Αν η άγνωστη είχε στενοχωρηθεί έντονα από την απώλεια, ίσως ήδη ο μηχανισμός άμυνας να είχε επιβληθεί στα συναισθήματά της.

Θα είχε άραγε σκεφτεί εκείνη η άγνωστη ότι υπήρχε κάποιος άνθρωπος που, πραγματικά, ήθελε να τη βοηθήσει; Κι αυτό το τελευταίο θα ήταν δυνατόν, αν η Αγγελική σκεφτόταν έναν έξυπνο τρόπο. Σε μια εποχή που το διαδίκτυο διευκόλυνε την επικοινωνία των ανθρώπων με εντυπωσιακή ταχύτητα ανεξάρτητα από απόσταση και που η απόκτηση εξωφρενικά μεγάλου αριθμού φίλων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ήταν απλούστατη, εξακολουθούσε να είναι δύσκολο έως απίθανο να επιστρέψει το σημειωματάριο στην κάτοχό του. Κι αν έγραφε μια ανάρτηση: “Μήπως γνωρίζετε κάποια κοπέλα που έχασε ένα μπλε σημειωματάριο; Αν ναι, στείλτε μήνυμα στο ίνμποξ.” Ή -καλύτερα- ένα απλό κομμάτι χαρτί στη στάση: “Αν χάσατε ένα μπλε σημειωματάριο, επικοινωνήστε μαζί μου.” Ναι, πιθανότατα αυτή ήταν η καλύτερη ιδέα. Ωστόσο, αν χρησιμοποιούσαν το τηλέφωνό της διάφοροι άσχετοι ενοχλητικοί, τι θα έκανε; Ευτυχώς, είναι εύκολο να αποκτήσει κανείς καρτοκινητό μιας χρήσης. Επιτέλους, η τέλεια ιδέα. Παρόλο που δεν χρειάζεται και δεν μπορούν να είναι όλα τέλεια στη ζωή. “Αν εμμέναμε στο κριτήριο της τελειότητας για όλα μας τα εγχειρήματα, τότε τα μόνα που θα μας απέμεναν θα ήταν τα μαθηματικά και το White Album των Beatles,” έγραφε ο Gilbert.

Η ιδέα ότι μπορούσε να βοηθήσει έναν άνθρωπο έκανε την Αγγελική ευτυχισμένη.

Advertisements
Posted in Uncategorized

23.H μαγεία της τρικυμίας

Μα η πραγματική ζωή έχει λαμπερά χρώματα, λέει ένα άλλο κομμάτι του εγκεφάλου του. Είναι φτιαγμένη από κάθε πιθανή απόχρωση, ακόμα κι απ’αυτές που δεν μπορούμε να δούμε. Η φύση όλη είναι μια φωτιά : Όλα παίρνουν μορφή, όλα ανθίζουν, όλα ξεθωριάζουν. Είμαστε αργοκίνητα σύννεφα.”
Margaret Atwood, Το παιδί της τρικυμίας, (Κεφ.29, Σελ.235)

Τα συναισθήματα της Εμμέλειας για την απώλεια του μπλε σημειωματάριου την ώθησαν να γράψει ένα γράμμα στο γιο της.
«Αγόρι μου γλυκό κι αγαπημένο,
Σήμερα συνέβη κάτι που με τρόμαξε, με στενοχώρησε, αλλά όσο περισσότερο το σκέφτομαι τόσο αισθάνομαι δυνατότερη που το αντιμετώπισα και συνεχίζω ελεύθερη τη ζωή μου.
Θα ήθελα πρώτα να σου πω ότι δε θυμάμαι πια τι ήταν εκείνο που, πριν να γεννηθείς, αγαπούσα τόσο πολύ όσο εσένα.
Αν ήμουν ο Πρόσπερος της “Τρικυμίας” του Shakespeare, θα σου έλεγα ότι το δουκάτο μου ήταν η βιβλιοθήκη μου (Πράξη 1, Σκηνή 2).
Παρά το γεγονός ότι ήταν -και είναι πάντα- ένα σταθερό σημείο αναφοράς, η αγάπη μου για τη βιβλιοθήκη δεν μπορεί ποτέ να συγκριθεί με την αγάπη μου για σένα.
Μια αγάπη που νιώθω σαν να υπήρχε από πάντα, παρά το γεγονός ότι γεννηθήκατε μαζί.
Εκείνο που συνέβη και με τρόμαξε, αγόρι μου, ήταν ότι έχασα ένα μπλε σημειωματάριο πολύτιμο για μένα.
Είχα σημειώσεις μιας ολόκληρης ζωής, ακόμη κι απ΄την εφηβεία μου.
Σημειώσεις αλιευμένες από αγαπημένα βιβλία.
Σκέψεις δικές μου χιλιοσβησμένες και ξαναγραμμένες.
Ένα σωρό κομμάτια φράσεων προορισμένων να γίνουν μια μέρα οι ψηφίδες για ένα βιβλίο που θα έγραφα με τη φιλοδοξία ο αναγνώστης να είσαι εσύ.
Το βιβλίο που θα έμενε σαν δώρο από εμένα να σε συντροφεύει, όταν θα φύγω.
Αλλά τελειώνοντας το “Παιδί της Τρικυμίας” της Margaret Atwood, οι ενόχες μου ότι έχασα κάτι πολύτιμο εξαφανίστηκαν.
Συνειδητοποίησα ότι αντί να θαυμάζεις όσα γράφει η μητέρα σου, θα προτιμούσα να σαλπάρεις με το δικό σου καράβι για το ταξίδι της γνώσης.
Κι αν μπορώ, να γίνω εγώ ο Άριελ, που θα εμποδίζει την τρικυμία.
Ή, μάλλον, θα σε αφήνω και στην τρικυμία ελεύθερο.
Γιατί είμαι σίγουρη ότι θα γίνεις καλός καπετάνιος.
Σ’αγαπώ τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές.
Κι όταν δεν θα είμαι πια εδώ, θα σ΄αγαπώ περισσότερο.
Η μητέρα σου Εμμέλεια»

We are such stuff
As dreams are made on, and our little life
Is rounded with a sleep
.”
William Shakespeare, The Tempest, Act 4

Posted in Uncategorized

John Kennedy Toole, Συνασπισμός ηλιθίων

The book is not autobiography; neither is it altogether invention. While the plot is manipulation and juxtaposition of characters, with one or two exceptions the people and places in the book are drawn from observation and experience. I am not in the book; I’ve never pretended to be. But I am writing about things that I know, and in recounting these, it’s difficult not to feel them. No doubt this is why there’s so much of [Ignatius] and why his verbosity becomes tiring. It’s really not his verbosity but mine. And the book, begun one Sunday afternoon, became a way of life. With Ignatius as an agent, my New Orleans experiences began to fit in, one after the other, and then I was simply observing and not inventing . . . .”
John Kennedy Toole [Πηγή]

Eξαιτίας του διαβρωτικού χιούμορ που διαποτίζει το Συνασπισμό Ηλιθίων, την πρώτη φορά το διαβάζει κανείς με έναν ανάλαφρο τρόπο. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι ολοφάνερα ο συγγραφέας θίγει σοβαρότατα ζητήματα, όπως π.χ. οι συνθήκες εργασίας σε ένα εργοστάσιο και η διεκδίκηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων.
Εξαιτίας του διαβρωτικού χιούμορ, διαβάζοντας κανείς το βιβλίο, στιγμιαία προσπερνάει την προσωπική ιστορία του συγγραφέα. Ωστόσο, η αυτοκτονία του επανέρχεται στην επιφάνεια δημιουργώντας την απορία: «Μήπως, τελικά, τόσο αστείρευτο ειρωνικό χιούμορ δεν μπορεί παρά να έχει ως πηγή μια βαθύτατη πικρία;»
Εξαιτίας του χιούμορ και της ιστορίας του συγγραφέα, διαβάζει κανείς ξανά το βιβλίο. Ίσως επειδή ο αναγνώστης θέλει να κρατήσει τον συγγραφέα λίγο περισσότερο στη ζωή μέσα από το έργο του. Ως ευγνωμοσύνη για το γέλιο που του προσέφερε. Και τότε ξεδιαλύνει ακόμη καλύτερα η οπτική γωνία του Ιγνάτιου Ράιλυ.

Posted in Uncategorized

22. Στη μνήμη του πατέρα μου

Η απώλεια του αντικειμένου του πόθου της, δηλαδή του Πέτρου, σε συνδυασμό με την έλλειψη συγγραφικού ταλέντου οδήγησε την Αγγελική σε μια σχολή δημιουργικής γραφής. Ήθελε να γνωρίσει ανθρώπους που, όπως εκείνη, μοιράζονται το όνειρο να δημιουργήσουν. Δεν έχει σημασία το γεγονός ότι οι πιθανότητες να αναγνωριστούν ως μεγάλοι συγγραφείς τείνουν στο απόλυτο μηδέν. Σημασία έχει να καταφέρει να γράψει κανείς έστω μία αληθινή πρόταση. Έτσι τους είπε ο δάσκαλος. Η άσκηση που δόθηκε ήταν: “Να γράψετε ένα διήγημα με πρωταγωνιστή έναν ήρωα της Οδύσσειας τοποθετώντας τον χρονικά στο σήμερα.”

Ιδού το διήγημα της Αγγελικής:
“Είχε ξαπλώσει στο κρεβάτι μαζί με το μικρό Ρομπέρτο, κρατώντας ένα παιδικό βιβλίο με τη ζωή του πολυμήχανου Οδυσσέα. Ο γιος του, βλέποντας την αντίστοιχη εικόνα, περιέγραφε τη μορφή του παράξενου μονόφθαλμου κύκλωπα. Όπως η γυναίκα του, ο Ρομπέρτο έχει φακίδες στη μύτη και στα μάγουλα. Επιπλέον, έχει τα γαλάζια μάτια της. Στο πρόσωπο του παιδιού είναι μάλλον το χαμόγελο και τα καταμαυρά του μαλλιά, εκείνο που του θυμίζει τον εαυτό του. Κι ενώ του Ρομπέρτο, όπως είναι φυσικό άλλωστε, είναι πυκνά, ο ίδιος έχει αποκτήσει εδώ και καιρό φαλάκρα.
-Πάνε τα νιάτα μου, Μαρίνα, είχε πει στη γυναίκα του εκείνο το απόγευμα. Εδώ πάνω υπάρχει χώρος για να προσγειωθεί ελικόπτερο.
-Θέλεις να ψαρεύεις κοπλιμέντα,ε; του απάντησε. Ε, λοιπόν, σ’αγαπώ ακόμη και τώρα που ασχήμυνες!
-Εσύ γίνεσαι ολοένα και ομορφότερη, αγάπη μου.
Η Μαρίνα χαμογέλασε, αν και κάπως θλιμμένα. Το γεγονός ότι υπεραναπληρώνει την επικείμενη απουσία του μιλώντας της με τρυφερότητα, την ευχαριστεί. Ωστόσο, δεν αρκεί για να εμποδίσει την αίσθηση μιας κάποιας απωθημένης απογοήτευσης, κάτι σαν προοίμιο της μοναξιάς που θα βίωνε τις επόμενες δύο βδομάδες.
Ενώ είναι ξαπλωμένος και παρατηρεί το γιο του, διαπιστώνει ότι ο κύκλωπας Πολύφημος κεντρίζει ιδιαίτερα το ενδιαφέρον του. Το παιδί μιλάει εκστασιασμένο για την ασχήμια του. Ο Αντόνιο αφαιρείται για λίγο με τη σκέψη ότι εξακολουθεί να υπάρχει συμμετρία σε ένα πρόσωπο με ένα μονάχα οφθαλμό. Ωστόσο, δεν παύει να είναι απωθητικό. Η ερώτηση, που ακολουθεί, διακόπτει οποιαδήποτε εμβάθυνση στους κανόνες της αισθητικής.
-Μπαμπά, πόσο καιρό έλειπε ο Οδυσσέας για το ταξίδι;
-Δέκα χρόνια, Ρομπέρτο.
-Μπαμπά, εσύ δε θέλω να φύγεις ποτέ για δέκα χρόνια από εδώ.
-Όχι, βέβαια, αγόρι μου.
Μολονότι είναι μια αρκετά απλή συνδυαστική σκέψη, ο παραλληλισμός της ζωής του με εκείνης του ομηρικού ήρωα από τον γιο του, τον αιφνιδιάζει. Ο Αντόνιο δεν θα μπορούσε να σκεφτεί με αντίστοιχο τρόπο. Είναι υπερβολικά εστιασμένος στη δουλειά του. Είναι ηλεκτρολόγος μηχανικός και εξειδικεύεται στην ανακαίνιση των ηλεκτρονικών πινάκων και του πίνακα χειρισμού σε εκτυπωτικές μηχανές. Για την επόμενη εργασία που έχει αναλάβει θα ταξιδέψει στην Ελλάδα. Πρόκειται για μηχανή βαθυτυπίας μάρκας Cerutti, κατασκευασμένη πάνω από μισό αιώνα πριν, που βρίσκεται σε ένα εργοστάσιο στη βιομηχανική περιοχή Βοιωτίας.
Το επόμενο πρωινό, ο Αντόνιο αρχίζει να βυθίζεται στις αυτοματοποιημένες σκέψεις πριν το επαγγελματικό ταξίδι. Παρά το γεγονός ότι είχε ελέγξει, ήδη από την προηγούμενη μέρα, ότι όσα θα χρειαζόταν βρισκόντουσαν ήδη στις βαλίτσες του, εξακολουθεί να σκέφτεται τυχόν παραβλέψεις, όπως ο φορτιστής ή η οδοντόβουρτσα. Κάποτε ξέχασε την ταυτότητά του με αποτέλεσμα να χάσει την προγραμματισμένη πτήση του. Ευτυχώς, προλάβε την αμέσως επόμενη, επειδή η γυναίκα του την έφερε εγκαίρως στο αεροδρόμιο. Από τότε, πριν από κάθε ταξίδι, απέκτησε μία ακόμη έμμονη σκέψη, εκείνη της ταυτότητας.
Το βράδυ της ίδιας μέρας, όταν φτάνουν στο αεροδρόμιο του Μιλάνου Μαλπένσα και τη στιγμή που χαιρετιούνται, είναι διατεθειμένοι να αντιμετωπίσουν τη στιγμή σαν να μην υπήρχε η παραμικρή συναισθηματική φόρτιση. Αλλά κάτι τέτοιο δε γίνεται ποτέ, όσες φορές κι αν έχει επαναληφθεί η σκηνή του αποχαιρετισμού.
-Τώρα που θα πας Ελλάδα, μπαμπά, αν δεις τον Κύκλωπα, να του βγάλεις το μάτι. Ο Ρομπέρτο αστειεύεται με απροσδόκητο μαύρο χιούμορ. Η μητέρα του σοκάρεται από τη φυσικότητα με την οποία το παιδί προτρέπει τον πατέρα του σε πράξεις βίας.
-Ρομπέρτο, δεν υπάρχει κύκλωπας στην πραγματικότητα. Και δεν είναι σωστό να βγάζουμε το μάτι σε κανέναν.
-Εκτός αν βρισκόμαστε σε αυτοάμυνα, διορθώνει ο Αντόνιο.
Είναι βαθιά πεπεισμένος ότι κάποια στοιχειώδη αντανακλαστικά επιθετικότητας δημιουργούν ένα κέλυφος προστασίας από δυσάρεστες καταστάσεις και ανθρώπους.
-Δεν θα πρέπει να τον ενθαρρύνεις να σκέφτεται ότι η βία είναι αποδεκτή, διαφωνεί η Μαρίνα.
Είναι φιλόλογος και ακολουθεί τη διαπαιδαγώγηση που βασίζεται στον αλληλοσεβασμό και την ευγένεια στις σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους. Ωστόσο, ο Αντόνιο πιστεύει ότι αφού οι άνθρωποι στο σύνολό τους δεν εμφορούνται από τέτοια αγωγή, η επιθετικότητα ως αντίδραση είναι η καλύτερη άμυνα στην επιθετικότητα των άλλων. Η αλήθεια μια τέτοιας πρότασης, στη συνείδηση του, θα μπορούσε να αιτιολογηθεί ακόμη και με βάση το νόμο «δράσης-αντίδρασης» του Νεύτωνα.
-Μίλησα απλώς για αυτοάμυνα. Και δεν χρειάζεται να συμφωνούμε σε όλα. Οκ; Της απαντάει. Αυτή η μικρή διαφωνία αποδεικνύεται χρήσιμη για να αποφορτίσει τη συγκίνηση του αποχωρισμού. Ο Αντόνιο φιλάει τη γυναίκα και το γιο του. Στη συνέχεια, κρατώντας την κάρτα επιβίβασης, εκτυπωμένη ήδη από το προηγούμενο βράδυ, ακολουθεί τις πινακίδες που τον οδηγούν στη σωστή θύρα επιβίβασης.
Κατά την προσγείωσή του αεροπλάνου στο αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος», ο Αντόνιο ανοίγει το κινητό του. Σε λιγότερο από δέκα λεπτά χτυπάει.
-Μπαμπά, έφτασες στην Αθήνα;
-Ναι, αγόρι μου.
-Είδα φωτιές στην τηλεόραση. Πού είσαι;
Ο Ρομπέρτο ακούγεται πολύ αναστατωμένος.
-Δεν υπάρχει καμμία φωτιά εδώ, Ρομπέρτο. Είμαι στο αεροδρόμιο και περιμένω τις βαλίτσες μου μπροστά στον ιμάντα. Όλα είναι καλά. Μην ανησυχείς.
-Εντάξει, μπαμπά. Να προσέχεις.
Στη συνέχεια, η Μαρίνα του εξηγεί τι είχε προηγηθεί.
-Αντόνιο, στην Αθήνα ένας αστυνομικός δολοφόνησε ένα δεκαπεντάχρονο αγόρι. Στις ειδήσεις προβάλλονται εικόνες με φωτιές στο κέντρο της πόλης. Του εξήγησα ότι το αεροδρόμιο είναι μακριά από εκεί κι ότι δεν κινδυνεύεις. Έτσι δεν είναι;
Παρά τη σιγουριά της για όσα λέει, χρειάζεται και τη δική του επιβεβαίωση για να πιστέψει ότι πράγματι ο άντρας της είναι ασφαλής. Οι ειδήσεις είναι τόσο σοκαριστικές, ώστε η φαντασία της μπορεί να μεγεθύνει την έκταση των συμβάντων και εκτός του κέντρου της πρωτεύουσας. Ακριβώς όπως σκέφτεται ο γιος τους. Την καθησυχάζει όσο περισσότερο μπορεί. Στη συνέχεια, μπαίνει σε μια ενημερωτική ιστοσελίδα και διαβάζει: Grecia, la polizia uccide un 15enne. Μαθαίνει ότι το όνομα του παιδιού είναι Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος. Παράλληλα, παρατηρεί τις βαλίτσες του, καθώς εμφανίζονται στον ιμάντα.
Το γεγονός ότι βρίσκεται σε θέση να καθησυχάζει το Ρομπέρτο, ενώ την ίδια στιγμή στην Αθήνα χάνει το παιδί του κάποιος πατέρας, δημιουργεί μέσα του παράξενα και αντιφατικά συναισθήματα. Αφενός η αγάπη του γιου του τον χαροποιεί κι αφετέρου η συνείδηση του πόσο εύθραυστη είναι η ζωή μετατρέπει τη χαρά σε θλίψη με απόλυτη ευκολία. Ακόμη και μία επιπλέον ημέρα ζωής είναι μια εύνοια της τύχης, την οποία δεν μπορεί να εξασφαλίσει κανείς με καμμία προδιαγραφή. Είναι εντελώς ανεξάρτητη από την επιθυμία, την ευφυϊα, την εργατικότητα ή άλλες παραμέτρους. Είναι καθαρή τυχαιότητα. Αυτή η βαθιά πεποίθησή του φαίνεται τόσο ξεκάθαρη και οριστική, ώστε σύντομα επαναφέρει τον εαυτό του σε απλές πρακτικές σκέψεις.
Αναζητάει την κόλλα χαρτί με το όνομα Αntonio Moretti για να συναντηθεί με τον υπάλληλο της βιομηχανικής εταιρείας, που τον περιμένει. Ο έλληνας εκείνος, που θα τον μεταφέρει στο ξενοδοχείο της διαμονής του, είναι ο προϊστάμενος της παραγωγής και λέγεται Νίκος. Φαίνεται λίγο μεγαλύτερος από τον ίδιο και σχετικά ταλαιπωρημένος. Παρατηρεί την κούραση στα μάτια του. Τα συχνά ταξίδια τον έχουν βοηθήσει να αναγνωρίζει με ευκολία τις αρχικές διαθέσεις των ανθρώπων με τους οποίους έρχεται σε αλληλεπίδραση. Όσον αφορά τις αναμενόμενες αντιδράσεις τους, στη συνέχεια, συμβαίνει πάντοτε το ίδιο πράγμα: είναι προβλέψιμες έως μια ορισμένη στιγμή που μια απρόσμενη λεπτομέρεια θα τις καταστήσει απρόβλεπτες. Όπως ακριβώς συμβαίνει στην επαφή οποιασδήποτε δυάδας ανθρώπων. Ο Αντόνιο τον ρωτάει αν γιορτάζει και στη θετική του απάντηση του εύχεται υγεία και κάθε ευτυχία. Ο Νίκος αφήνει ένα χαμόγελο να φανεί στα χείλη του. Ωστόσο, δεν κρατάει για πολύ. Στη συνέχεια, οι σκέψεις του επανέρχονται στη δουλειά που θα ακολουθήσει από αύριο το πρωί. Ήταν αναγκαίο να ξεκινήσουν από την Κυριακή, ώστε να προλάβουν να ολοκληρώσουν τις εργασίες πριν από τα Χριστούγεννα σε περίπτωση οποιαδήποτε απρόοπτης καθυστέρησης. Ξεκινάει το ταξίδι τους προς τη Βοιωτία.
Η βραδυνή οδήγηση θα είναι μια επιπλέον παράμετρος κούρασης για το Νίκο. Ο Αντόνιο αναρωτιέται αν έχει ακούσει τις ειδήσεις, αλλά δεν τον ρωτάει σχετικά. Το πιο πιθανό είναι πως γνωρίζει τι συμβαίνει στην Αθήνα. Από την πλευρά του, ο Νίκος δεν είναι σε θέση να ξέρει ότι ο ιταλός ενδιαφέρεται εξίσου για τις ειδήσεις της χώρας στην οποία βρίσκεται. Παρά το γεγονός ότι αναγκαστικά αυτό το ενδιαφέρον είναι προσωρινό, είναι αληθινό.
Για την ώρα στο ραδιόφωνο ακούγονται καψουροτράγουδα. Ευτυχώς η ένταση του ήχου είναι σε χαμηλά επίπεδα. Ο Αντόνιο θα ήθελε να αστειευτεί ότι η μουσική που ακούγεται δεν έχει παιχτεί ποτέ στη Σκάλα του Μιλάνου κι ότι αν παιζόταν εκεί ίσως να ακουγόταν καλύτερη, αλλά δεν θέλει να δώσει την εντύπωση ενός ανθρώπου σνομπ. Πιθανολογεί ότι ο Νίκος δεν έχει διάθεση για κουβέντα. Προφανώς, την ημέρα της γιορτής του θα ήθελε να την περάσει με την οικογένειά του. Ο Αντόνιο σκοπεύει να αποφύγει οποιοδήποτε κοινωνικοπολιτικό σχόλιο, γιατί συχνά μπορεί να παρερμηνευτεί και να οδηγήσει σε εντελώς περιττούς εκνευρισμούς. Άλλωστε ακόμη και δύο καλοί φίλοι μπορούν να αισθανθούν κάποια ψυχρότητα, όταν διαπιστώσουν ακόμη και μια αμυδρή πολιτική διαφωνία. Το πλέον ασφαλές θέμα συζήτησης για δύο ανθρώπους αναγκασμένους να συνεργαστούν και να αλληλεπιδράσουν για επαγγελματικούς λόγους είναι ο καιρός. Μολονότι έχει ενημερωθεί για τις σχετικές προβλέψεις από την ιστοσελίδα της ιταλικής μετεωρολογικής υπηρεσίας, ρωτάει με το ενδιαφέρον που θα έδειχνε ένα μικρό παιδί. Αμέσως μετά την απάντησή του όσον αφορά τον αναμενόμενο καιρό, ο Νίκος σχολιάζει την είδηση της δολοφονίας.
-Σκότωσαν ένα δεκαπεντάχρονο παιδί στην Αθήνα. Επικίνδυνη κατάσταση.
-Για ποιόν λόγο; Τι είπαν στις ειδήσεις;
-Ότι κι αν ειπώθηκε, θα έπρεπε να πυροβολήσει προειδοποιητικά. Αυτός πυροβόλησε κατευθείαν στο παιδί. Εξωφρενικό.
-Ναι, καταλαβαίνω.
Ο Αντόνιο δεν μπορεί να επεκταθεί περαιτέρω. Όμως, ο Νίκος επιμένει.
-Όπως τότε στη Γένοβα. Δολοφόνησαν τον Τζουλιάνι. Θυμάσαι;
Ο Αντόνιο απαντάει ότι φυσικά και θυμάται. Το παιδί δεν πέθανε αμέσως μετά τον πυροβολισμό. Ο οδηγός ενός φορτηγού πέρασε πάνω από το ακόμη ζωντανό σώμα που κείτοταν στην άσφαλτο και ολοκλήρωσε τη δολοφονική πράξη. Μολονότι, ο πατέρας του Αντόνιο ήταν αστυνομικός, ποτέ δεν χρησιμοποίησε το όπλο του, αν και το είχε σκεφτεί, σε στιγμές που κινδύνευσε η ζωή του. Για το λόγο αυτό, ο ιταλός δεν θα μπορούσε να υπερθεματίσει σε μια συζήτηση για την αυθαιρεσία των αστυνομικών. Αν έστω και ένας διέφερε από τους υπόλοιπους (και αυτός ήταν ο πατέρας του), τότε δεν θα μπορούσε να δεχτεί οποιαδήποτε γενίκευση. Με ευκολία, ωστόσο, συμφώνησε ότι οι εν ψυχρώ δολοφονίες από κατάχρηση της εξουσίας των αστυνομικών είναι καταδικαστέες πράξεις. Στη συνέχεια, αποφάσισε ότι ήθελε να στρέψει τη συζήτηση στα επαγγελματικά.
-Η μηχανή μετά την ανακαίνιση θα έχει την ταχύτητα μιας φεράρι. Και η αυτόματη αλλαγή ρολού θα σας λύσει τα χέρια.
-Πολύ ωραία.
-Το μόνο που με προβληματίζει είναι η απόκριση ενός από τα δύο μοτέρ στην έξοδο της μηχανής. Έγινε η αλλαγή στις ψύκτρες όπως είχαμε πει. Έτσι δεν είναι;
-Ναι, βέβαια.
Είναι κάτι που έχει διευκρινιστεί πριν από το ταξίδι. Φαίνεται, ωστόσο, ότι είναι αναγκαία μια ακόμη επιβεβαίωση.
-Αύριο θα σταματήσει η παραγωγή της μηχανής. Είσαστε εντάξει με αυτό;
-Ναι, βέβαια. Όπως το είχαμε πει.
Η διαδρομή είναι αρκετά μεγάλη και ο ιταλός συνεχίζει να μιλάει για τις λεπτομέρειες που τον ενδιαφέρουν. Οι περισσότερες απαντήσεις έχουν δοθεί και η εκ νέου επιβεβαίωσή τους είναι πλεονασμός. Ωστόσο, ποιό άλλο θέμα θα ήταν περισσότερο ασφαλές; Όταν πια εξαντλείται και αυτό, ο έλληνας απελευθερώνεται. Αρχίζει να μιλάει σαν να απευθύνεται σε έναν φίλο.
-Έχω πάει στην Ιταλία, σπεύδει να πει. Στη Ρώμη. Μου άρεσε πολύ το ιταλικό παγωτό. Ακόμη το θυμάμαι. Το παγωτό και τις ιταλίδες.
-Πιο ωραίο το παγωτό από το Κολοσσαίο,ε; αστειεύεται ο ιταλός.
-Ούτε που το θυμάμαι το Κολοσσαίο, απαντάει ειλικρινέστατα ο Νίκος.
-Χαχαχα, κι εγώ όταν σκέφτομαι την Ελλάδα, τη φέτα θυμάμαι. Όχι την ακρόπολη.
-Και οι ελληνίδες είναι ωραίες γυναίκες, όμως, ε;
-Οι γυναίκες είναι ωραίες σε όλες τις χώρες. Προσωπικά, μόνο οι άντρες δεν μου αρέσουν.
Ο έλληνας γελάει εξαιτίας της σοβαρότητας με την οποία αστειεύεται ο ιταλός. Ευτυχώς, σκέφτεται ο Αντόνιο. Προτιμάει να είναι χαλαρός ο οδηγός. Ο δρόμος φαίνεται να έχει κακή ποιότητα οδοστρώματος σε ορισμένα σημεία. Δεν μπορεί ποτέ να αισθάνεται σίγουρος, αν δεν οδηγεί ο ίδιος, με το αυτοκίνητό του και σε ιταλικούς αυτοκινητόδρομους. Αλλά ακόμη και τότε, όχι, δεν μπορείς ποτέ να είσαι σίγουρος. Η άφιξη στο ξενοδοχείο σηματοδοτεί πρωτίστως την αποσόβηση ενός τροχαίου. Τηλεφωνεί στη γυναίκα και το γιο του.
-Έφτασα καλά, αγάπη μου. Πώς είναι τα πράγματα εκεί;
-Όλα καλά. Ο Ρομπέρτο δεν κοιμάται. Έμεινε ξάγρυπνος για να σου μιλήσει.
-Ωραία, δώστον μου. Σ’αγαπώ πολύ. Καληνύχτα.
-Κι εγώ σ’αγαπώ. Καληνύχτα. Να προσέχεις τον εαυτό σου.
Μιλώντας με το γιο του, γίνεται και πάλι καθησυχαστικός. Εκεί που βρίσκεται, είναι όλα ήσυχα. Μόνο λίγο κρύο κάνει. Δεν υπάρχει κανένας κύκλωπας.
-Διαβάζεις την ιστορία για εκείνον τον παράξενο Πολύφημο με το ένα αυτί;
-Δεν έχει ένα αυτί, μπαμπά, αλλά ένα μάτι.
-Α, ναι, σωστά.
Του αρέσει να επιτρέπει στο γιο του να τον διορθώνει. Έτσι, ελέγχει ότι προσέχει και θυμάται ότι διαβάζει. Συνειδητοποιεί ότι αυτή η τάση του να επιθυμεί τον έλεγχο των καταστάσεων, έστω και από απόσταση, δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο παρά τη βαθιά επίγνωση ότι η ζωή δεν υπόκειται σε κανέναν έλεγχο. Θα αρκούσε μια στραβοτιμονιά ενός απρόσεκτου έλληνα για να βρεθεί το όχημα στο οποίο επέβαιναν εκτός πορείας. Και τότε όλα όσα χρειαζόταν για το επαγγελματικό του ταξίδι, θα παρέμεναν στις βαλίτσες εξίσου αχρησιμοποίητα σαν να τα είχε ξεχάσει στο Μιλάνο. Η ενημερωτική ιστοσελίδα δείχνει ότι ομάδες νεαρών έχουν ξεκινήσει να βάζουν φωτιά σε διάφορα σημεία της πόλης σαν οργή για την πρόσφατη δολοφονική πράξη. Το χριστουγεννιάτικο δέντρο στην πλατεία Συντάγματος καίγεται. Αφήνει το κινητό στο μικρό κομοδίνο δίπλα από το κρεββάτι και πηγαίνει στο μπάνιο για να πλύνει τα δόντια του. Σε λίγο, θα πρέπει να κοιμηθεί με ηρεμία. Από αύριο τον περιμένει εντατική δουλειά. Όπως συνήθως άλλωστε. Καθώς κλείνει τα μάτια, όλες οι φιλοσοφικές σκέψεις δίνουν τη σκυτάλη στα ηλεκτρικά διαγράμματα που αφορούν το χειρισμό και τις λειτουργίες της μηχανής. Σκέφτεται εκ νέου τα κρίσιμα σημεία που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε απόκλιση από το χρονοδιάγραμμα. Ίσως το αριστερό μοτέρ στην έξοδο της μηχανής να προκαλέσει κάποια καθυστέρηση. Με λίγη τύχη πάντως, η αλλαγή των ψυκτρών θα εμποδίσει κάποιο πιθανό πρόβλημα. Βαθμιαία, ο ύπνος αφαιρεί από το μυαλό του όλες τις εκκρεμότητες και αρχίζει να επικεντρώνεται σε λεπτομέρειες, όπως το στρώμα χαμηλής ποιότητας ή η ελλιπής θέρμανση. Ευτυχώς, τα σεντόνια ήταν καθαρά. Σε διαφορετική περίπτωση, θα ήταν αναγκασμένος να χρησιμοποιήσει εκείνα που βρίσκονταν στις βαλίτσες του.
Το βράδυ θα ξυπνήσει απότομα από έναν εφιάλτη. Ξαναβλέπει τη σκηνή της δολοφονίας του Carlo Giuliano στην πλατεία Gaetano Alimonda με την απόλυτη ενάργεια ενός αυτόπτη μάρτυρα. Η αίσθηση ότι ήταν ένας διαδηλωτής ανάμεσα στους άλλους τον τρόμαξε. Ωστόσο, δεν μπορεί να εξηγήσει, γιατί είδε ένα τέτοιο όνειρο, αφού κοιμήθηκε χωρίς αγχολυτικό χάπι και, επομένως, χωρίς τις παρενέργειές του.
Πηγαίνει στο μπάνιο για να ουρήσει. Παρατηρεί τα μάτια του στον καθρέφτη και εντοπίζει μια παρόμοια κούραση με εκείνη στα μάτια του Νίκου. Απευθυνόμενος στον εαυτό του, λέει δυνατά τη φράση: «Ο θάνατος θα ΄ρθει και θα ΄χει τα μάτια σου, φίλε.» Δεν θυμάται αν ανήκει σε ποίημα του Cesare Pavese ή κάποιου άλλου. Θυμάται μόνο ότι την άκουσε από τα χείλη της γυναίκας του, τον πρώτο καιρό της γνωριμίας τους. Μόλις την είπε, γύρισε το βλέμμα με τα υπέροχα γαλάζια μάτια της προς εκείνον. Φορούσε γαλάζια μάσκαρα και γαλάζια σκιά. Αν ήταν ποιητής, ίσως να της έλεγε ότι είναι τόσο όμορφη όσο η θάλασσα. Ή κάτι λιγότερο κοινότοπο. Πάντως, το τελευταίο πράγμα που τον ενδιέφερε ήταν να εμπεδώσει την ιδέα ότι ο θάνατος έρχεται με τα μάτια ενός αγαπημένου προσώπου. Ωστόσο, ήταν μια φράση που δεν ξέχασε ποτέ. Η συνήθεια να εντοπίζει πιθανές πηγές κινδύνου σε κάθε περίσταση και να συγκρατεί τη σχετική πληροφόρηση ήταν για εκείνον μια αυτοματοποιημένη διαδικασία.
Θα ξαναπέσει στο κρεββάτι και πάλι χωρίς να πάρει το αγχολυτικό χάπι. Αποκοιμιέται φέρνοντας στο νου την εικόνα με το γιο του και τα γαλάζια μάτια του να λέει: «Μπαμπά, εσύ δεν θέλω να λείψεις ποτέ από εδώ για δέκα χρόνια.» Ύστερα, έρχεται το όνειρο με τον Οδυσσέα που τυφλώνει το μάτι του Πολύφημου. Το μάτι του θανάτου. Θα μπορούσε να παρομοιάσει κανείς αυτό το όνειρο με πρόβλεψη αθανασίας, τουλάχιστον για εκείνο το βράδυ.
Ξυπνάει το επόμενο πρωινό από το χτύπο του κινητού. Δεν τον απασχολεί αν είναι σημαντικός ή αν είναι ο Κανένας, όπως πιστεύει ότι είναι όλοι τη στιγμή που πεθαίνουν. Για κάποιο λόγο, όμως, ελέγχει από ψυχαναγκασμό ότι η ταυτότητά του είναι στη θέση της. Είναι έτοιμος να πλυθεί, να ντυθεί, να πάρει τη βαλίτσα του ηλεκτρολόγου μηχανικού και να πάει στο εργοστάσιο.

Posted in Uncategorized

21.Το νόημα της ζωής

Είναι ψέμα, τελικά, ότι δεν αγάπησα ποτέ. Γνώρισα στη ζωή μου έναν τουλάχιστον μεγάλο έρωτα που το αντικείμενό του υπήρξα πάντα εγώ.
Albert Camus, Η πτώση

eunikh-bibliouhkh

Η Αγγελική διαβάζει τις σημειώσεις για την «Πτώση» εκείνης της άγνωστης που έχασε το μπλε σημειωματάριο:
Υπογραμμίζω συνεχώς προτάσεις. Η γοητεία της ειρωνείας που διαπνέει το κείμενο του Camus είναι ακαταμάχητη. Ο Ζαν-Μπατίστ Κλαμάνς ακούει τον παφλασμό από ένα σώμα που πέφτει στο νερό. Μια γυναίκα αυτοκτονεί πέφτοντας στο ποτάμι. Ακούει την κραυγή της. Θυμάται μόνο ότι θέλησε να τρέξει και δεν σάλεψε. Δε θυμάται τι είχε σκεφτεί τότε. Ύστερα απομακρύνεται.
4 Απριλίου 2012. Ο 77χρονος φαρμακοποιός, Δημήτρης Χριστούλας, αποφασίζει να αυτοκτονήσει στην πλατεία Συντάγματος. Πόσοι από εμάς είμαστε ο Ζαν-Μπατίστ Κλαμάνς; Η καρδιά του βιβλίου βρίσκεται σ’ αυτό το ερώτημα. Η απάντηση στο πώς μπορούμε να σώσουμε έναν άνθρωπο, αυτό είναι το νόημα της ζωής
.”
Θα ήθελε να το συζητήσει με τον Πέτρο. Αν δεν είχε απενεργοποιήσει τον λογαριασμό του, θα ήταν τόσο εύκολο να του στείλει ένα μήνυμα στο inbox: “Καλησπέρα, τι κάνεις; Θέλεις να βρεθούμε για ένα καφεδάκι;
Δεν είχαν ανταλλάξει τηλέφωνα. Δεν ήταν σίγουρη ότι πράγματι είχε κινητό κι απλώς δεν της το είχε δώσει. Τι παράξενο. Ποτέ δε χρειάστηκε το σταθερό του. Τώρα δεν υπήρχε τρόπος να επικοινωνήσει μαζί του. “Κρίμα“, σκέφτηκε, “Και πώς είναι δυνατόν να ξέχασα να του αναφέρω για το μπλε σημειωματάριο; Ίσως να σκεφτόταν κάτι έξυπνο για να ξαναβρώ την κοπέλα που το έχασε.”

Posted in Uncategorized

20.Από την άλλη πλευρά

Αλλά αυτός ο ασχημομούρης στο μπακάλικο την αγριοκοίταζε αν της ξέφευγε καμιά ελληνικούρα και το γύριζε στα γαλλικά αμέσως. Ήθελε να του πει κι εσύ μετανάστης είσαι, αλλά ήταν Αλγερινός, δηλαδή νόμιμος, με σχεδόν πρώτη γλώσσα τα γαλλικά, δεν την έπαιρνε να του εναντιωθεί. Ήταν ένα σκαλί πάνω από κείνη.”
Κατερίνα Μαλακατέ, Το σχέδιο

Την ημέρα της ανακοίνωσης της απόλυσής του, ο Πέτρος αποφάσισε να απενεργοποιήσει το λογαριασμό του στο facebook. Αφού περπάτησε στους δρόμους της Αθήνας, όσο ήταν απαραίτητο για να αδειάσει το μυαλό του από όλες τις σκέψεις, γύρισε στο σπίτι κρατώντας το “Σχέδιο” της Κατερίνας Μαλακατέ. Ένα ψυχολογικό και πολιτικό θρίλερ που αφορά την Ελλάδα του σήμερα, γραμμένο από μία συγγραφέα, που είναι χαλκέντερη αναγνώστρια, πώς θα μπορούσε να μην είναι ενδιαφέρον;
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο του βιβλίου είναι ότι η δυστοπία παρουσιάζεται πολύ φυσικά ως απολύτως δυνητική πραγματικότητα, ιδιαίτερα όσον αφορά τις συνθήκες ζωής στην επαρχία. Καθώς ξετυλίγεται περαιτέρω η δυστοπική πραγματικότητα με τις καινούριες συνθήκες ζωής στην Νέα Ελλάδα και φτάνοντας στην πρόταση: “Δουλεύεις, σε ταϊζουν καλά, δεν ασχολείσαι με τον εαυτό σου. Είσαι Ενεργός.”, είναι αδύνατον να μην αναρωτηθεί κανείς αν αυτή η δυστοπία είναι, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, απλώς αποτύπωση της καθημερινότητάς μας.
Το νήμα της αφήγησης εναλλάσσεται μεταξύ δύο τόπων. Από την μία πλευρά, παρουσιάζεται η ζωή και η σχέση της Ευγενίας με τον παππού της, που υποκαθιστά τον πραγματικό πατέρα. Από την άλλη πλευρά, παρακολουθούμε τη ζωή του πατέρα, που είναι ο Χάρης, ένας μεσήλικας συγγραφέας, που έχει αποδράσει στο Παρίσι. Στα μάτια της κόρης (και με όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα) είναι ένας αδιάφορος πατέρας, αλλά τι συμβαίνει άραγε από την άλλη πλευρά;
Η εναλλαγή της αφήγησης της δράσης μεταξύ των δύο τόπων γίνεται με σωστή ισορροπία. Ο ρυθμός που δίνουν οι μικρές, αλλά πυκνού νοήματος, προτάσεις είναι ιδανικός για ένα σύγχρονο μυθιστόρημα. Η τελική ανατροπή δικαιώνει τις προσδοκίες για ένα ευφυή συνδυασμό ψυχολογικού και πολιτικού θρίλερ. Και βέβαια το τελικό ερώτημα του βιβλίου είναι απολύτως καίριο.

Posted in Uncategorized

19.Aντίθεση

“Άλλωστε δεν υπάρχει τίποτα πιο σοβαρό από το γελοίο και τίποτα πιο γελοίο από το σοβαρό.”
Luigi Pirandello, Η αισθητική του χιούμορ

Ο Πέτρος είχε απενεργοποιήσει απροσδόκητα το λογαριασμό του στο facebook. Προσπαθώντας να σκεφτεί μια πιθανή εξήγηση, η Αγγελική ανακάλεσε στη μνήμη την τελευταία τους κουβέντα. Με λύπη διαπίστωσε ότι θυμόταν περισσότερο εκείνα που είχε πει η ίδια παρά όσα είχε πει ο Πέτρος. Το πιο δύσκολο κομμάτι της επικοινωνίας είναι το να δείχνει κανείς αληθινό ενδιαφέρον έξω από τον εαυτό του. Όσα, λοιπόν, θυμόταν είχαν ως εξής:
ΑΓΓΕΛΙΚΗ: Ο Σωκράτης διαθέτει το αίσθημα της αντίθεσης, που είναι η αρχή του χιούμορ κατά τον Πιραντέλλο. Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ, εσύ;
ΠΕΤΡΟΣ: [δε θυμάμαι τι απάντησε]
ΑΓΓΕΛΙΚΗ: Πέτρο, γιατί άραγε διαβάζουμε λογοτεχνία;
ΠΕΤΡΟΣ: Δεν ξέρω. Μάλλον για να μάθουμε από τι υλικό φτιάχνεται ο άνθρωπος. Υπήρξε μια εποχή στη ζωή μου, κατά την οποία πίστευα ότι ο ψυχισμός μου προσιδιάζει στον ήρωα του βιβλίου “Ο ξένος” του Καμύ. Διαβάζοντας κι άλλα βιβλία, εντόπιζα κομμάτια από τον εαυτό μου και σε άλλους ήρωες. Μέχρι που αποφάσισα ότι προτιμώ να ανακαλύπτω τον εαυτό μου μέσα από τα μάτια μιας γυναίκας ερωτευμένης μαζί μου. Επειδή για εκείνη είμαι κάτι καλύτερο από αυτό που είμαι πραγματικά. [Χαμογέλασε. Το θυμάμαι, γιατί μου άρεσε το χαμόγελό του. Επίσης, αναρωτήθηκα αν πέρασε από το μυαλό του ότι είχα αρχίσει να τον βλέπω ερωτικά.]
ΑΓΓΕΛΙΚΗ: Μια που ανέφερες κάτι τέτοιο, υπάρχει μια σχετική φράση στις σημειώσεις μου από την «Αισθητική του χιούμορ»:
“Δεν υπάρχει άνθρωπος, παρατηρεί ο Pascal, που να διαφέρει περισσότερο από τον άλλο, απ’ότι περισσότερο από τον εαυτό του στη διαδοχή του χρόνου.”
Πώς, λοιπόν, να προσδιορίσεις αυτό που συνεχώς μεταβάλλεται;
ΠΕΤΡΟΣ: Γι’αυτό σου λέω… Καλύτερα να πιστεύεις ότι είσαι εκείνο που νομίζει ο σκύλος σου. Ένα αξιαγάπητο πλάσμα για το οποίο αξίζει να κουνάει την ουρά του, όταν το βλέπει.
ΑΓΓΕΛΙΚΗ: Πριν αναφέρθηκες στις γυναίκες και τώρα στο σκύλο;
ΠΕΤΡΟΣ: Ένταξει, και οι γυναίκες άνθρωποι είναι. Μην κάνεις έτσι. [Πάλι χαμογελάει. Γ@###, αρχίζω και τον ερωτεύομαι.]
ΠΕΤΡΟΣ: Τι απάντηση θα έδινες εσύ στο ερώτημα:”Γιατί άραγε διαβάζουμε λογοτεχνία;”
ΑΓΓΕΛΙΚΗ: Γιατί η πραγματικότητα γύρω μας δεν βγάζει κανένα νόημα. Ενώ στα βιβλία φαίνεται να υπάρχει κάποιο νόημα.
ΠΕΤΡΟΣ: Αγγελική, έχεις ανάγκη να ερωτευτείς. [Τότε κατάλαβα ότι το βέλος του έρωτα ήταν μονής κατεύθυνσης. Τα υπόλοιπα που ειπώθηκαν δεν με ενδιέφεραν πια και δεν τα θυμάμαι.]

Posted in Uncategorized

18.Ένα κομμάτι χαρτί

“Πέθαναν επειδή κατέγραψαν τον εφιάλτη που είχαν ζήσει. Και τελικά, τόσος πόνος και τόσος πανικός συνοψίστηκαν σε χίλιες σελίδες ή δύο χιλιάδες στίχους. Το να χωράς τόσο πόνο σε μερικές σελίδες τυπωμένο χαρτί μοιάζει με τραγική ειρωνεία.”
Jaume Cabré, Confiteor

Η Εμμέλεια αγαπούσε την ανάγνωση βιβλίων μέσα στο κεντρικό αναγνωστήριο της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Το γλυκό ανοιχτό πράσινο χρώμα των αμπαζούρ, όταν άναβε η λάμπα, απέπνεε ηρεμία. Η πειθαρχημένη ησυχία των αναγνωστών δεν ήταν καθόλου χαρακτηριστική για εκπροσώπους ενός μεσογειακού λαού. Κι, όμως, έλληνες ήταν. Μια όμορφη, νέα κοπέλα, ενώ διάβαζε, έπλεξε το δάχτυλό της γύρω από την αλυσιδίτσα με τα μικρά σφαιρίδια που χρησίμευε ως διακόπτης. Για λίγο, όμως. Ίσως εκείνη τη στιγμή να σκεφτόταν το αγόρι της. Πώς να ερμηνευτεί ακόμη και μια τέτοια ασήμαντη κίνηση; Ίσως ούτε η ίδια η κοπέλα να ήξερε την απάντηση. Εκτός αν ήταν φοιτήτρια ψυχολογίας ή κάτι τέτοιο.
“Θα πρέπει να φύγω. Δεν θα πάρω ταξί σήμερα. Θα πάρω το τρόλεϋ”, σκέφτηκε η Εμμέλεια. Κρατούσε το μπλε σημειωματάριο μαζί της, καθώς και 2 δικά της βιβλία. Της άρεσε να τα κρατάει στα χέρια παρά το γεγονός ότι θα μπορούσε να τα χωρέσει στο σακίδιο. Ίσως λιγάκι στριμωγμένα. Απλώς δεν ήθελε να τσαλακωθούν οι άκρες. Βγαίνοντας από την αίθουσα χαιρέτησε την υπάλληλο: “Καλό απόγευμα”. Κι εκείνη ανταπέδωσε το χαιρετισμό. Σχεδόν γνωριζόντουσαν.
Κοίταξε τη θέα από την αριστερή πλευρά της βιβλιοθήκης. Πάντα της άρεσε αυτή η εικόνα. Καθάριζε τα μάτια.
Η σκέψη της ήταν αλλού, όταν επιβιβαζόταν στο όχημα. Ήθελε πάση θυσία να βρει το χώρο της. Πάντοτε χρησιμοποιούσε ταξί για τις μετακινήσεις της κι έτσι δεν μπορούσε να γνωρίζει σε πόσο χρόνο θα ερχόταν το επόμενο τρόλεϋ. Για ποιό λόγο ήθελε να έρθει σε τόσο έντονη επαφή με ολότελα άγνωστους της ανθρώπους; Ίσως για να βγει από τον κόσμο της και να αναρωτηθεί πώς είναι η δική τους ζωή. Ή μήπως όχι; Καμμιά ανθρώπινη πράξη, όσο ασήμαντη κι αν είναι, δεν επιδέχεται μονοσήμαντη ερμηνεία.
Εντελώς αφηρημένη και χαμένη στις σκέψεις της, δεν συνειδητοποίησε ότι έπεσε από τα χέρια της το μπλε σημειωματάριο. Σαν ένα κομμάτι χαρτί χάθηκε, ενώ οι πόρτες του τρόλεϋ έκλεισαν.
“Το να χωράς ότι αγαπάς σε ένα μπλε τετράδιο και να το χάνεις τόσο φυσικά, όπως το νερό χάνεται στο διψασμένο έδαφος, αυτό είναι σε τελική ανάλυση το μάθημα που μας μαθαίνει η ζωή.” Με αυτή τη σκέψη προσπάθησε να ηρεμήσει, όταν επέστρεψε σπίτι και κατάλαβε τι είχε συμβεί.
vivliothiki

Posted in Uncategorized

17.Συγχώρεση

Ο πρίγκηπας καθόταν ακίνητος στο στρωσίδι δίπλα του και κάθε φορά που ο άρρωστος ξεσπούσε σε φωνές ή παραληρούσε, βιαζόταν να περάσει το τρεμάμενο του χέρι στα μαλλιά και στα μάγουλά του, σαν να τον χάιδευε και να τον ημέρευε.”
Фёдор Михайлович Достоевский, Ο ηλίθιος

Κλείνοντας το βιβλίο “Ο ηλίθιος”, η Εμμέλεια έμεινε συγκλονισμένη και βαθύτατα απορημένη. Γεμάτη σκέψεις όπως αυτές: “Αυτή η λέξη που αποδίδουν οι υπόλοιποι ήρωες στον Πρίγκηπα Μίσκιν αναπόφευκτα εγείρει τα αντανακλαστικά του αναγνώστη, ώστε να σκεφτεί ότι αδικούν τον Λέων Νικολάγιεβιτς και ότι απλούστατα το πρίσμα μέσα από το οποίο βλέπουν τον κόσμο είναι διαφορετικό… Ίσως καλύτερα: διαστρεβλωμένο από ηθική άποψη. Άραγε και ο ίδιος ο Ντοστογιέφσκυ υιοθετεί εντέλει τη λέξη “ηλίθιος” κυριολεκτικά, ώστε να καταδείξει ότι η συγχώρεση στον Ραγκόζιν είναι απαράδεκτη; Ή μήπως απλώς αποσκοπεί στο να αφήσει μετέωρο το ζήτημα των ορίων της ανθρώπινης συγχώρεσης ιδιαίτερα στα πλαίσια της χριστιανικής πίστης; Ή τελικά δικαιώνει τον ήρωά του σε πείσμα όσων τον αποκαλούν “ηλίθιο”; Ή τίποτε από όλα αυτά; Ίσως, κάνω λάθος σε όλα. Να, γιατί ξαναδιαβάζει κανείς ένα τέτοιο βιβλίο… Τα ερωτήματα που ανακύπτουν σε σχέση με τα ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης είναι ένα απεριόριστο σύμπαν. Εστιάζω τώρα μόνο σε μια γωνιά αυτού του σύμπαντος: τη συγχώρεση ενός άλλου ανθρώπινου πλάσματος.
Είναι άραγε περιφρονητέα ηλιθιότητα η άνευ όρων συγχώρεση που δείχνει ο Μίσκιν στον Ραγκόζιν; Ή -αντίθετα- αποτελεί ένα αξιοζήλευτο αρχέτυπο της αγάπης για τον πλησίον; Κι ωστόσο, πώς θα συγχωρούσε κανείς τον εαυτό του, αν είχε διαπράξει τη μέγιστη αποτρόπαια πράξη: το φόνο; Όχι, είναι αδύνατον. Αν είναι συνεπής με την ηθική επιταγή της πραγματικής αγάπης, είναι αδιανόητο να δέχεται να σκοτώσει και στη συνέχεια να συγχωρήσει εντελώς αβασάνιστα τον εαυτό του. Για κανένα λόγο, δεν επιτρέπεται ο φόνος. Πολύ περισσότερο αν αγαπάει κανείς. Ή έστω κι αν διατείνεται απλώς ότι αγαπάει. Επομένως, δεν είναι δυνατόν να συγχωρηθεί τόσο φυσικά η πράξη μιας δολοφονίας, έστω κι αν ο θύτης είναι ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα. Αδύνατον. Αδιέξοδο…
«Τότε προσελθών προς αυτόν ο Πέτρος, είπε· Κύριε, ποσάκις αν αμαρτήση εις εμέ ο αδελφός μου και θέλω συγχωρήσει αυτόν; έως επτάκις;
Λέγει προς αυτόν ο Ιησούς· Δεν σοι λέγω έως επτάκις, αλλ’ έως εβδομηκοντάκις επτά

Λύνεται ο γόρδιος δεσμός μέσα από τις παραπάνω φράσεις του ευαγγελίου;
Και η Ναστάσια; Έφυγε μακριά από τον Μίσκιν, επειδή δεν συγχώρεσε τον ίδιο της τον εαυτό για τις πράξεις του Τότσκυ; Είναι κι εκείνη με τον τρόπο της ένα πλάσμα που τιμωρείται για τις αμαρτίες άλλων και συμβολικά εξαγνίζεται μέσα από αυτή τη θυσία της; Άρα η θυσία της ήταν αναγκαία; Ίσως, τελικά κι ο Ραγκόζιν είναι ένα θύμα. Αναγκασμένος να βοηθήσει τη Ναστάσια να εξαγνιστεί όπως ακριβώς ο Ιούδας ήταν αναγκασμένος να προδώσει το δάσκαλό του… Μα τι σκέφτομαι; Άθελά μου προσπαθώ να ανιχνεύσω τις χριστιανικές αναφορές του Ντοστογιέφσκυ; Αλλά στην πραγματικότητα, ο κάθε αναγνώστης πάντα βλέπει εκείνο που έχει μέσα του ο ίδιος. Αυτάρεσκα ερωτοτροπεί με την ιδέα ότι ιχνηλατεί στις σκέψεις του συγγραφέα. Ως ένα βαθμό για να κλέψει τη λάμψη του… Ορίστε, όλοι κλέφτες είμαστε. Όλοι έχουμε ανάγκη από συγχώρεση.”
Ξαφνικά διέκοψε αυτές τις σκέψεις. Της φάνηκε ότι παρασύρεται σε μονοπάτια μπερδεμένων σκέψεων. Συνειδητοποιούσε ότι ακόμη κι ένας άνθρωπος αμύητος στη λογοτεχνία, θα ήταν αδύνατον να μην κάνει χίλιες σκέψεις διαβάζοντας ένα τέτοιο έργο. Και η φυσική ροή τους θα είναι αναπόφευκτα χαώδης. Επομένως, συγχώρησε τον εαυτό της για αυτό το παραλήρημα.
Όχι, δεν χαρακτηρίζονται τυχαία κάποιοι συγγραφείς ως κλασικοί. Σε μαθαίνουν να σκέφτεσαι πραγματικά.

holbien-600x161
Hans Holbien, Christ’s body in the tomb

Posted in Uncategorized

16. Οι αναγνώσεις βιβλίων ως αλιεία

Απ’ όλα τα εργαλεία του ανθρώπου, το πιο εκπληκτικό είναι, χωρίς αμφιβολία, το βιβλίο.
Τα άλλα είναι προεκτάσεις του σώματός του. Το μικροσκόπιο και το τηλεσκόπιο είναι προεκτάσεις της όρασής του, το τηλέφωνο, προέκταση της φωνής του, έχουμε επίσης το αλέτρι και το ξίφος, που είναι προεκτάσεις του χεριού του.
Το βιβλίο, όμως, είναι άλλο πράγμα: το βιβλίο είναι προέκταση της μνήμης και της φαντασίας του
.”
Jorge-Luis Borges

Οι πόρτες του μετρό άνοιξαν. Στάση Πανεπιστήμιο. Η Αγγελική βγήκε από την έξοδο προς τη βιβλιοθήκη. Συνέχισε να περπατάει από τη Ρήγα Φεραίου προς την Ακαδημίας. Από εκεί θα έπαιρνε το τρόλεϋ.
Καθώς πλησίαζε προς τη στάση, το βλέπει να σταματάει σχεδόν γεμάτο και να ανοίγει τις πόρτες του. Ήθελε να τρέξει για να το προλάβει, αλλά τελευταία στιγμή διέκοψε τη φόρα της λίγο πριν πέσει στο καπώ ενός ταξί διερχόμενου από τον παράδρομο. Την ίδια στιγμή μια κοπέλα, που κρατούσε ένα σακίδιο και βιβλία, καθώς επιβιβαζόταν μαζί με άλλα 2 άτομα από τη μεσαία πόρτα, χάνει από τα χέρια της κάτι που έμοιαζε με μπλε σημειωματάριο. Οι πόρτες του τρόλεϋ έκλεισαν. Ήταν ήδη ασφυκτικά γεμάτο και ο οδηγός δεν θα ήθελε να χάσει χρόνο μπροστά σε ένα κόκκινο φανάρι.
Εντωμεταξύ, ο οδηγός του ταξί άρχισε να ωρύεται:
“Είσαι ηλίθια; Δεν πας να πέσεις από την Ακρόπολη, άμα θες ν’ αυτοκτονήσεις;”
Ατάραχη η Αγγελική σαν να μην την αφορούσε αυτό που είπε, τον περίμενε υπομονετικά να φύγει. Εκείνο που την ενδιέφερε περισσότερο ήταν το μπλε σημειωματάριο. Ήταν δυνατόν να μην κατάλαβε η κοπέλα ότι έπεσε από τα χέρια της; Μόνο τη στιγμή που βρέθηκε μπροστά στο σημείο όπου είχε πέσει και καθώς το σήκωνε από το δρόμο, σκέφτηκε: “Άντε να χαθείς, ηλίθιε!”.
Ωστόσο, αναγνώριζε ότι ο ταξιτζής είχε ένα δίκιο. Όντως έπρεπε να κοιτάξει αριστερά, πριν διασχίσει τον παράδρομο. Απλώς την ενόχλησε η επιθετικότητα και η υπερβολή στα λόγια του.
Καθώς ξεφύλλιζε το σημειωματάριο, έδωσε άφεση αμαρτιών στον εαυτό της που τον έβρισε, έστω και στη σκέψη της. Η απρέπεια να διαβάζει τις προσωπικές σημειώσεις ενός άλλου πλάσματος χωρίς καμμιά εξουσιοδότηση, της φάνηκε ακόμη χειρότερη από τη στιγμιαία βρισιά που σκέφτηκε.
Το μπλε σημειωματάριο ήταν γεμάτο από αποσπάσματα από βιβλία και όχι μόνο. Σκέψεις σκόρπιες, σβησίματα, αλλού καλλιγραφικά και αλλού ακατανόητα γράμματα. Η κοπέλα προφανώς αλίευε από τα βιβλία που διάβαζε όσα θα ήθελε να θυμάται. Είχαν κάτι κοινό. Πώς θα μπορούσε να της επιστρέψει το σημειωματάριο, άραγε;

Posted in Uncategorized