31.Το ταξίδι του “Οδυσσέα”

Η ανεργία είχε και τα καλά της για τον Πέτρο. Τώρα πια μπορούσε να διαθέσει τον ελεύθερο χρόνο του όπως ήθελε. Να αφοσιωθεί στο διάβασμα του “Οδυσσέα” , μελετώντας, παράλληλα, τον “Ulysses: Οδηγός ανάγνωσης” του Μαραγκόπουλου. Να αναζητήσει τη “Βιογραφία” του Ellmann σε κάποιο παλαιοβιβλιοπωλείο. Και ίσως, ενδιάμεσα, να οραματίζεται ένα καινούριο μέλλον σε μια χώρα, της οποίας οι Πολίτες* αυξάνονται ραγδαία, όπως συμβαίνει πάντα σε αντίστοιχες ιστορικές συγκυρίες. Αλλά με κάθε επιστροφή στο σπίτι, ταυτόχρονα θα επέστρεφε στον εαυτό του, και με τις λέξεις του Joyce:

“Think you’re escaping and run into yourself. Longest way round is the shortest way home.”

Όμως, κι ας διάβαζε εξίσου μανιωδώς, όπως η αδερφή του, η Εμμέλεια, εκείνος δεν επιθυμούσε τη συγγραφή ενός μυθιστορήματος. Του αρκούσε να απολαμβάνει την αναντικατάστατη χαρά να ανακαλύπτεις βιβλία που σε συγκλονίζουν με τέτοιο τρόπο, ώστε οποιαδήποτε ματαιοδοξία να γίνεις ένας μέτριος συγγραφέας φαντάζει παιδιάστικη επιθυμία προορισμένη να ξεχαστεί. Και πώς θα μπορούσε ποτέ να γράψει κανείς ένα βιβλίο εφάμιλλο ενός και μόνο κεφαλαίου του “Οδυσσέα” , συγκεκριμένα την “Κίρκη” , ένα τόσο αριστουργηματικό “τύποις” θεατρικό κείμενο, δίνοντας ρόλο ακόμη και στη Συντέλεια του Κόσμου, αφήνοντας τον αναγνώστη απόλυτα γοητευμένο ή/και άναυδο από τον μεγαλοφυή τρόπο με τον οποίο η συνειδησιακή ροή του ήρωα ρέει σε μορφή θεατρικού κειμένου καταδυόμενη έως τα άδυτα των αδύτων του υποσυνειδήτου;
Του αρκούσε, επίσης, να απολαμβάνει την χαρά να ανακαλύπτει μια εμφανίσιμη κοπέλα μέσα στο μετρό να διαβάζει τον “Οδυσσέα”. Η δική της ανάγνωση φαινόταν να έχει προχωρήσει αρκετά. Αναρωτήθηκε πώς της φάνηκε ο “Άδης” . Οι πιθανότητες να μην είχε αγαπήσει ειδικά αυτό το κεφάλαιο ήταν χαμηλές. Θα ήταν ένας ασφαλής τρόπος να ξεκινήσει η κουβέντα από εκεί.



[Σημ: Πολίτης* είναι η μετάφραση του ήρωα Citizen, που χαρακτηρίζεται ως Ιρλανδός εθνικιστής και εμφανίζεται στο κεφάλαιο “Κύκλωπες”. Περισσότερα για τον Πολίτη, αλλά και άλλους ήρωες του βιβλίου εδώ: https://en.wikipedia.org/wiki/List_of_Ulysses_characters).]

(Θερμές ευχαριστίες σε Οδυσσέα Μουζίλη για την παρότρυνση του και τις εξαιρετικά βοηθητικές αναρτήσεις του, καθώς επίσης και σε Κατερίνα Μαλακατέ και Ελένη Γαρυφαλάκη, οι οποίες με τα καίρια σχόλια τους με ενέπνευσαν να ολοκληρώσω την ομολογουμένως απαιτητική ανάγνωση του “Ulysses”)

Advertisements
Posted in Η ιστορία της Αγγελικής | 2 Comments

30.Στη μνήμη της μητέρας μου

Και, εδώ, ακολουθεί ένα από τα πιο ολοκληρωμένα κείμενα που βρέθηκαν στο χαμένο μπλε σημειωματάριο και αγάπησε η Αγγελική:

-Θέλεις να σου πω τι πιστεύω για το θάνατο;
-Πες μου.
-Αυτά που θα σου πω τα σκέφτηκα κοιτάζοντας αυτή τη φωτογραφία: Ο δρόμος της επιστροφής από την Τσαγκαράδα προς την Αθήνα μετά από ένα επαγγελματικό ταξίδι. Στην αρχή, όταν φτάνεις στην Τσαγκαράδα μοιάζει σαν να φτάνεις στον παράδεισο.
Αλλά όσο κι αν θες να μείνεις εκεί για πάντα, έρχεται η στιγμή που θα πρέπει να μπεις στο αυτοκίνητο και να ξεκινήσεις το ταξίδι της επιστροφής στο γραφείο.
Μια υπέροχη διαδρομή ανάμεσα σε πλατάνια, οξιές και καστανιές.
Η ομορφιά των δέντρων αριστερά και δεξιά του δρόμου,
οι εικόνες του πράσινου που καθαρίζουν τη σκέψη, σου υπενθυμίζουν συνεχώς πόσο τυχερός στάθηκες ώστε να ζεις όλο αυτό…
Κάθε στιγμή της διαδρομής παραμένει ευτυχία. Κι ας ξέρεις ότι τίποτα δεν θα αποτρέψει την αναπόφευκτη επιστροφή στο γραφείο, στην Αθήνα.
Είναι το τέλος της διαδρομής. Και στο θυμίζουν αυτό οι ταμπέλες που δείχνουν την πορεία που είσαι αναγκασμένος -όσο κι αν δεν το θες- να ακολουθήσεις.
Η χιλιομετρική απόσταση από την Αθήνα συνεχώς μειώνεται.

-Ναι, ξέρω τη διαδρομή. Είναι πραγματικά υπέροχη. Λοιπόν;
-Σου έχω ξαναπεί ότι δεν πιστεύω ότι ο θεός αλληλεπιδρά μαζί μας.
-Ναι, αλλά έχεις παραδεχτεί ότι δεν μπορούμε να ξέρουμε αν υπάρχει ή όχι.
-Στο θυμίζω γιατί αν και δεν πιστεύω ότι ο θεός παρεμβαίνει στη ζωή μας, ακόμη κι εγώ αφήνω με τη φαντασία μου να γεννηθεί μια νέα πραγματικότητα.

-Πώς συνδέεται αυτό με την φωτογραφία;
-Σκέφτομαι την πορεία της ζωής παραλληλίζοντάς τη με την επιστροφή από την Τσαγκαράδα και το θάνατο ως την επιστροφή στην Αθήνα. Είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώσεις, επειδή έζησες την ευτυχία της ζωής.
-Και ποιά είναι η νέα πραγματικότητα που λες;
-Να, δημιουργώ με τη φαντασία μου ένα νέο δρόμο. Ή μάλλον όχι νέο. Ο δρόμος αυτός υπάρχει ήδη. Είναι ο δρόμος προς την παραλία του Μυλοπόταμου. Απλώς δεν είναι ο δρόμος που συμφώνησες ότι θα ακολουθήσεις. Το ταξίδι, ας μην το ξεχνάμε, είναι επαγγελματικό. Δεν είσαι ελεύθερος να ταξιδέψεις όπου θέλεις. Η συμφωνία είναι ότι με την ολοκλήρωση της δουλειάς, επιστρέφεις στο γραφείο. Κι ωστόσο , ενώ ακολουθείς τις οδηγίες του χάρτη και τις ενδείξεις των πινακίδων, η άσφαλτος δεν οδηγεί εκεί που νομίζεις.
-Και πού οδηγεί;
-Η άσφαλτος σε βγάζει παραλία. Την παραλία του Μυλοπόταμου. Ή όποια άλλη θάλασσα θέλεις. Δεν ήταν ο δρόμος που προοριζόσουν να ακολουθήσεις. Η κατάληξη του ταξιδιού είναι μια έκπληξη. Αντί για το κενό της ύπαρξης, μια αναπάντεχη διαδρομή στη θάλασσα. Το ακριβώς αντίθετο από τη ζωή όπως την ξέρουμε:
ένα παιχνίδι απωλειών στο οποίο χάνει κανείς τελικά και την ίδια τη ζωή.

-Όμορφο, αλλά μου ακούγεται σαν ένα είδος διακήρυξης μιας νέας πίστης στη μετά θάνατον ζωή. Τελικά πιστεύεις ή δεν πιστεύεις; Μήπως απλώς φοβάσαι το θάνατο;
-Δεν μπορώ να ξέρω. Δεν έχω σκεφτεί με πληρότητα τον προσωπικό μου θάνατο. Κάθε άνθρωπος μπορεί να φανταστεί πολλά πράγματα, αλλά δεν μπορεί στα σοβαρά να συλλάβει την ανυπαρξία του.
-Πώς τα σκέφτηκες αυτά, μια τόσο ηλιόλουστη μέρα;
-Τι να σου πω, δεν σκέφτομαι τη σωτηρία μου, το τομάρι μου. Δεν με απασχολεί αυτό. Ή, ίσως και να λέω, υποσυνείδητα, ψέματα. Περισσότερο, πάντως, σκέφτομαι τη μάνα μου.
Τον πατέρα μου. Το θάνατό τους. Αλλά και τη ζωή που τους άξιζε να ζήσουν. Το πεπρωμένο τους και μαζί με αυτό τη μοίρα όλης της ανθρωπότητας. Όλων των ανθρώπων αδιακρίτως.
-Είναι πολύ συγκινητικό. Αλλά πρέπει να παραδεχτείς ότι, κατά βάθος, ελπίζεις και εσύ σε μια θεία πρόνοια. Δε συμφωνείς;
-Δεν χρειάζεται η παρέμβαση μιας θείας πρόνοιας. Τα πράγματα στη φύση συμβαίνουν και χωρίς αυτή. Πάντως, σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι εγώ, πριν μερικά χρόνια, θα υποστήριζα ότι όλο αυτό είναι απλώς ένας ευσεβής πόθος. Αλλά σήμερα το πιστεύω.
-Το πιστεύεις, ε; Εγώ τώρα σκεφτόμουν την πρώτη φορά που επισκέφτηκα την Τσαγκαράδα. Η αλήθεια είναι ότι η θέα εκεί έχει κάτι το μοναδικό. Εκεί που τελειώνει το βουνό και θα έπρεπε να αρχίζει η πεδιάδα, ξαφνικά το μάτι ξυπνάει: διακρίνει τη θάλασσα. Και μια που το έφερε η κουβέντα, δεν πάμε για μπάνιο; Ο ήλιος λάμπει.
-Πάμε.
(Κοιτάζονται και χαμογελάνε. Χωρίς τέλος)

Posted in Η ιστορία της Αγγελικής | 5 Comments

29.Θήτα

Μερικές φορές ένιωθε κι εκείνη ότι “η Αθήνα φάνταζε ασφυκτικά μικρή για κάποιον που επιθυμούσε να την αφήσει αμέσως πίσω” . Είχε κι η Αγγελική την επιθυμία να κατευθυνθεί στο σταθμό για τα τρένα και να φύγει από την πόλη που “έμοιαζε έτοιμη να καταβροχθίσει τους λόφους και τα βουνά γύρω της, ξερνώντας άκομψες πολυκατοικίες σε άναρχη δόμηση” . Μια φυγή στην Ευρώπη, όπως ο Αλέξης, ένας από τους ήρωες στο “Θήτα” . Δεν ήταν, όμως, καθόλου σίγουρη αν θα είχε τα κότσια να το κάνει. Κι, επίσης, δεν ήταν καθόλου σίγουρη για το τι θα αποκάλυπτε, αν ήταν ένας από τους επιβάτες εκείνου, του τόσο διαφορετικού από τα άλλα, τρένου.
Έξι διαφορετικοί άνθρωποι συναντούν ένα μικρό παιδί κι έναν παράξενο λαχειοπώλη, ο οποίος είναι διατεθειμένος να δώσει δωρεάν τα τελευταία του λαχεία. Για γούρι, όπως λέει. Είναι, όμως, πράγματι, τύχη να έχεις το λαχείο και να βρίσκεσαι σε εκείνο το βαγόνι, που καθώς το τρένο επιταχύνει “με μιαν αλλόκοτη, σχεδόν δαιμονική ταχύτητα” , σε φέρνει στα όρια του να αποκαλύψεις ανομολόγητα μυστικά;
Όσο κι αν ταυτίζεται η Αγγελική με την εκλογίκευση, όσων διαδραματίζονται στη μοιραία πορεία του τρένου, από τον Αριστοτέλη, όλα μοιάζουν να συγκλίνουν στο ότι το κακό προαίσθημα της Δήμητρας έχει μια μεταφυσική χροιά. Στη σκέψη της, το τρένο, το παιδί κι ο λαχειοπώλης θα μπορούσαν να συμπληρώνουν ένα παζλ, που είναι η ανθρώπινη συνείδηση. Ίσως και όχι. Αλλά το πιο όμορφο στοιχείο στην ιστορία του “Θήτα” , είναι η παρουσία και ο κόσμος της Μαργαρίτας, μιας τυφλής, που η Άννα της μαθαίνει να ζωγραφίζει.

Posted in Uncategorized

28.Το μόνο που μετράει

Η Εμμέλεια έκλεισε τα “Έξι εύκολα κομμάτια” , έχοντας μόλις διαβάσει εκείνη την παράγραφο για την οποία ζήλευε τον Feynman, καθώς ο Πέτρος επέστρεψε στο σαλόνι.
-Και τώρα τι θα κάνεις, αδελφούλη μου;
Ο Πέτρος δεν σκόπευε να συζητήσει περισσότερο το θέμα της δουλειάς και άλλαξε θέμα συζήτησης.
-Θα σου δώσω να διαβάσεις αυτό, είπε, σηκώνοντας από το τραπεζάκι το βιβλίο του László Krasznahorkai με τον τίτλο “Η Μελαγχολία της αντίστασης” .
Η Εμμέλεια, με τη σειρά της, δεν επέμεινε στο θέμα της απόλυσης. Του είχε εμπιστοσύνη. Όμως, παρατηρώντας το σελιδοδείκτη στη μέση του βιβλίου, σχολίασε:
-Μα, δεν το έχεις τελειώσει.
-Το έχω τελειώσει. Είναι αριστούργημα, της είπε και της το έδωσε.

Μετά από μια βδομάδα, ήταν Κυριακή και βρέθηκε για βόλτα στο λιμάνι της Βάρκιζας. Είχε φτάσει πια στο τέλος του βιβλίου και, τότε, κατάλαβε το λόγο που ο αδερφός της είχε αφήσει το σελιδοδείκτη ανάμεσα στη σελίδα 252 και 253:

Τον προστάτευε, όπως μπορούσε, με τη διαρκή του παρουσία (γιατί αν δεν ήταν εκεί, ήταν καθ’ οδόν), απέκρουε τις καταστροφικές εφόδους του εγκεφάλου του, ή, για την ακρίβεια, φρόντιζε να απαλύνει τις επιπτώσεις τους, και εμπόδιζε αυτό τον άντρα τον στοιχειωμένο από τη σκοτεινή θέαση του «κόσμου» να βυθιστεί μέσα σ’αυτή τη θέαση, αυτόν, τον Έστερ τον οποίο, εάν ο Βάλουσκα, αυτός ο «αξιοθαύμαστος καλλιτέχνης της υπαρξιακής έκστασης», δεν τον είχε αφυπνίσει σήμερα, θα είχε καταλήξει -όπως ακριβώς αυτή η πόλη και αυτή η χώρα είχαν καταστραφεί από τις κυρίαρχες ιδέες που με βλακώδη αλαζονεία αγωνίζονταν να διευθετήσουν την τάξη των ανθρωπίνων σχέσεων- να υποταχθεί στις δικές του έμμονες ιδέες, σαν για να εξεικονίσει, πληρώνοντας βαρύ τίμημα, το πώς μια πόλη και χώρα, πώς κάθε κυρίαρχη ιδεολογία, κάθε έμμονη ιδέα και κάθε κρίση που δεν βλέπει τον «κόσμο» παρά μόνο μέσα από τις παρωπίδες που φόρεσε μόνη της, καταστρέφουν τη ζωή, αυτό τον ατελείωτο πλούτο που βασίζεται σε αυθεντικές σχέσεις.

Η αντίσταση, λοιπόν, είναι οι ανθρώπινες σχέσεις, η αγάπη, εκείνη που δεν μπόρεσε να δώσει στο γιο της η κυρία Πφλάουμ κι ίσως γι’ αυτό είχε αυτό το τέλος, σκεφτόταν η Εμμέλεια, ενώ ο γιος της τάιζε τα περιστέρια.

Posted in Η ιστορία της Αγγελικής

27.Σ’ ένα ποτήρι κρασί

Η συνέχεια του διαλόγου εκείνης της Πέμπτης ήταν αυτή:
-Άσ’τα τώρα αυτά, αδελφούλη μου, και πες μου για την απόλυσή σου.
-Ήταν κάτι που είχα διαισθανθεί ότι θα συνέβαινε. Κατά βάθος, το προκάλεσα.
-Δηλαδή;
-Πριν μία βδομάδα έγινε ένας αναπόφευκτος τσακωμός μ’ εμένα και τον Κώστα. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν φανταζόμουν ότι θα μπορούσα να μιλήσω τόσο άσχημα σε κάποιον. Για την ακρίβεια, έχω μετανιώσει που τον αποκάλεσα ηλίθιο. Ποτέ δεν λέμε σ’ έναν ηλίθιο κάτι τέτοιο. Δε βοηθάει στο να γίνει καλύτερος.
-Μα, καλά. Πώς έγινε;
-Η αφορμή ήταν ότι ξεκίνησε να μου λέει ότι δεν ήμουν αρκετά παραγωγικός το τελευταίο διάστημα. Συνέχισε να με κατηγορεί για διάφορα θέματα. Υποθέτω ότι ο αρχικός σχεδιασμός ήταν να μου κάνουν ψυχολογικό πόλεμο, ώστε να παραιτηθώ. Ίσως, υποσυνείδητα το αντιλήφθηκα, οπότε, όταν σταμάτησε να μιλάει, απλώς του είπα με απόλυτη ηρεμία ότι ήταν ηλίθιος χωρίς να προσπαθήσω καθόλου να ανασκευάσω τα επιχειρήματά του.
-Ώστε λες ότι αυτός ο τσακωμός ήταν η αιτία της απόλυσής σου;
-Σίγουρα. Μπορώ να τον φανταστώ να λέει στο αφεντικό: «Διώξ’τον τώρα. Δεν θέλω να τον ξαναδώ μπροστά μου.» Τελοσπάντων, μήπως αντί για καφέ να πίναμε λιγάκι κρασί;
-Για να το ξεχάσουμε; Υπήρχε μια ωραία σχετική παράγραφος στο βιβλίο του Feynman “Έξι εύκολα κομμάτια” , την είχα σημειώσει σ’ εκείνο το σημειωματάριο, που έχασα.
-Εκεί έχω το βιβλίο, είπε ο Πέτρος δείχνοντας τη βιβλιοθήκη πριν πάει στην κουζίνα για να βάλει σ’ένα ποτήρι κρασί. Η Εμμέλεια σηκώθηκε, πήρε το βιβλίο, δεν δυσκολεύτηκε να βρει το απόσπασμα, ο σελιδοδείκτης είχε παραμείνει σ’ εκείνο το σημείο που την ενδιέφερε, στη σελίδα 109:

Κάποτε ένας ποιητής έγραψε: «Μέσα σ’ενα ποτήρι κρασί βρίσκεται ολόκληρο το σύμπαν.» Ίσως ποτέ δεν θα μάθουμε με ποιά έννοια το είπε, οι ποιητές δεν γράφουν για να γίνονται κατανοητοί. Είναι, όμως, αλήθεια πως, αν παρατηρήσουμε προσεκτικά ένα ποτήρι κρασί, θα δούμε μέσα του ολόκληρο το σύμπαν. Υπάρχει η πλευρά της φυσικής: το ανήσυχο υγρό που εξατμίζεται ανάλογα με τον άνεμο και τον καιρό, οι αντανακλάσεις του φωτός πάνω στο γυαλί, το ξέφρενο παιχνίδι των ατόμων που αποκαλύπτει η φαντασία μας. Το γυαλί είναι το απόσταγμα των πετρωμάτων του πλανήτη μας και στη σύστασή του διακρίνουμε τα μυστικά της ηλικίας του σύμπαντος και της εξέλιξης των άστρων. Ποιά είναι η παράξενη διάταξη των χημικών ουσιών μέσα στο κρασί; Πώς προήλθαν όλα αυτά; Υπάρχουν τα φυράματα, τα ένζυμα, τα υποστρώματα και τα προϊόντα. Εκεί, μέσα στο κρασί, βρίσκεται η μεγάλη γενίκευση: όλη η ζωή είναι προϊόν ζύμωσης. Ουδείς μπορεί να μελετήσει τη χημεία του κρασιού χωρίς ν’ανακαλύψει, όπως ο Louis Pasteur, την αιτία τόσων και τόσων ασθενειών. Και το χρώμα του -αυτό το ζωντανό πορφυρό χρώμα του κρασιού- αφήνει ανεξίτηλη τη σφραγίδα του στη συνείδηση όσων το προσέχουν! Αν ο μικρός νους μας, για λόγους ευκολίας, διαιρεί ένα ποτήρι κρασί -αυτό το σύμπαν- σε μέρη (φυσική, βιολογία, γεωλογία, αστρονομία, ψυχολογία κ.ο.κ.), ας μην ξεχνάμε ότι η φύση δεν το γνωρίζει! Ας ξαναμείξουμε, λοιπόν, τα μέρη του, κι ας θυμηθούμε εν τέλει σε τι μας χρησιμεύει. Ας το αφήσουμε να μας προσφέρει την έσχατη ευχαρίστηση: να το πίνουμε και να τα ξεχνάμε όλα!

Posted in Η ιστορία της Αγγελικής

Η ομορφιά του κόσμου

Ψάχνεις να βρεις λέξεις
για να χωρέσεις μέσα τους
την ομορφιά,
μα τις βλέπεις ήδη σαν
μαύρα στίγματα σε λευκό χαρτί,
Θέλεις μονάχα να μιλήσεις,
μα νιώθεις πώς φλυαρείς,
απολύτως τίποτα δεν μπορεί
να υποκαταστήσει την ομορφιά,
ούτε καν η φωτογραφία της.
Ψάχνεις να βρεις λόγια
για να κλείσεις μέσα το ανείπωτο,
έστω να συλλαβίσεις μια λέξη,
μα όση ομορφιά απέμεινε στον κόσμο,
καθόλου δεν χρειάζεται τις φράσεις σου
για να υπάρξει,
Κι έτσι απελευθερώνεσαι
για να γίνεις ένα μαζί της.

Κατερίνα Τσαγκαράκη


(Φωτογραφία: Κωνσταντίνος Λαχανάς)

Posted in Uncategorized

Νίκος Μπακόλας, Η μεγάλη πλατεία



(Πηγή: http://bakolas.gr/)

Posted in Uncategorized

26.Το χειρόγραφο

Στον Α.Μ.

Το να καταφέρει ένα Ούγγρος συγγραφέας να γράψει για την ομορφιά της Κρήτης μαγεύοντας μια κρητικιά, είναι τόσο αληθινά σαγηνευτικό όσο και συγκινητικό μαζί, όπως μόνο η τέχνη μπορεί να είναι, και στην περίπτωσή μας η τέχνη της συγγραφής, σκεφτόταν η Αγγελική, αφού για εκείνη όλη η Κρήτη ήταν η μητέρα της και αρκούσε να δει αυτές τις 3 λέξεις τυπωμένες μαζί για να αγαπήσει το βιβλίο του László Krasznahorkai, και διαβάζοντας τη φράση, θυμόταν “τη νύχτα μέσα στον ελαιώνα, παρατηρώντας την απεραντοσύνη της φουρτουνιασμένης θάλασσας υπό το φως της σελήνης” , ναι ο Krasznahorkai έχει επισκεφτεί την Κρήτη, δεν υπάρχει αμφιβολία γι’ αυτό, όμως το χειρόγραφο που κρατούσε ο Κόριμ θα συνέχιζε το δρόμο του και το μήνυμα του κειμένου έπρεπε να γνωστοποιηθεί σε όλο τον κόσμο από τη Νέα Υόρκη, υπήρχαν στιγμές που πλησίαζαν όλα στο νόημα του κόσμου, στην ουσία της πραγματικότητας και αυτό το παραλήρημα του Κόριμ αποκτούσε μεγαλύτερη σημασία από το ίδιο το χειρόγραφο, και η Αγγελική ήξερε ότι πλησιάζει στην καρδιά του κειμένου και στην ουσία των πραγμάτων, όταν διάβαζει ότι “η εντελώς αγνή αγάπη για την οποία μιλούσε αντιπροσώπευε για κείνον, την πιο βαθιά και την πιο ευγενή μορφή αντίστασης, μάλιστα τη μοναδική, the resistance” , τσάκισε τη σελίδα 202, ήταν αναγκασμένη να παραδεχτεί πώς αρκούσαν και μόνο οι αυτές οι δύο αριστουργηματικές σελίδες για τον έρωτα και την επανάσταση, για να επιστρέφει ξανά στο βιβλίο “Πόλεμος και Πόλεμος” και θα ήθελε να συναντήσει την κοπέλα με το μπλε σημειωματάριο, να ξεκινήσουν μια συζήτηση για το δικό της χειρόγραφο, για τις σημειώσεις της για την αγάπη, κι όπως ο Κόριμ και ο Κάσερ να μιλήσουν “για τον τρόπο με τον οποίο η αγάπη έχει μεταμορφώσει τον κόσμο” . Και να την ρωτήσει αν, έχοντας πια στα χέρια της το σημειωματάριο, θα επέλεγε να αντιγράψει τη φράση: “Είχε συνειδητοποιήσει, παρατηρώντας την εξαιρετική περιπλοκότητα των πραγμάτων, ότι ο κόσμος δεν υπάρχει, όμως, όλη η ανθρώπινη σκέψη που αναφέρεται σ’αυτόν είναι απολύτως υπαρκτή και ότι μόνο μ’αυτό τον τρόπο υφίσταται ο κόσμος, δηλαδή στις χιλιάδες παραλλαγές του: στις χιλιάδες προβολές του ανθρωπίνου πνεύματος που τον περιγράφει” .

Posted in Η ιστορία της Αγγελικής

25.Πέμπτη

Την Πέμπτη που η Εμμέλεια χτύπησε το κουδούνι στο σπίτι του, ήταν η επόμενη μέρα εκείνης που ο Πέτρος είχε απενεργοποιήσει το λογαριασμό του στο facebook. Η αφορμή γι’ αυτή την επιλογή ήταν για να προστατεύσει τον εαυτό του από την περιέργεια ενός μελλοντικού εργοδότη. Επιπρόσθετα, όμως, αποφάσισε ότι δεν θα επέτρεπε στον εαυτό του να συμμετέχει σε αυτόν τον τρόπο υποτυπώδους επικοινωνίας, που θα προσιδίαζε σε φυλακισμένους και όχι σε ανθρώπους που έχουν την ελευθερία να μιλήσουν τηλεφωνικά για να πιούν ένα καφέ, όπως είχαν πραγματικά ανάγκη. Ούτε συμφωνούσε ότι μπορεί να επηρεάσει κανείς με τις αναρτήσεις του οποιονδήποτε άλλον εκτός από όσους συμφωνούν μαζί του. «Άλλαξα πολιτικές πεποιθήσεις, επειδή είχα μια εποικοδομητική επικοινωνία στο facebook με ανθρώπους, που είχαν διαφορετικές απόψεις από τις δικές μου»: δεν είπε ποτέ κανείς. Επομένως, δεν έβρισκε το λόγο να είναι ενεργός. Η επικοινωνία με την Αγγελική δεν ήταν κάτι το αναγκαίο γι’ αυτή την περίοδο της ζωής του.
Ανοίγοντας την πόρτα στην Εμμέλεια, την είδε τόσο ταραγμένη, ώστε κατάλαβε ότι η συζήτηση για την απόλυσή του θα μπορούσε να περιμένει.
-Τι σου συμβαίνει;
-Άσε με, Πέτρο μου! Έχεις καφέ;
-Έχω έτοιμο γαλλικό.
-Έχεις προσέξει τη φράση: “Αγαπητοί επιβάτες, παρακαλούμε να προσέχετε τα προσωπικά σας αντικείμενα” που ακούγεται συνεχώς στο μετρό; Τώρα, βέβαια, θα μου πεις ότι μόνο ένας κουφός επιβάτης δεν θα τη πρόσεχε. Δυστυχώς, παρά το γεγονός ότι ακούγεται εκνευριστικά συχνά, έρχεται η στιγμή που συνειδητοποιείς ότι ίσως να την έλεγαν σε εσένα προσωπικά…
-Τι εννοείς; Σε έκλεψαν;
-Όχι. Έχασα ένα μπλε σημειωματάριο.
-Τι μπλε σημειωματάριο;
-Το είχα τόσα χρόνια. Ήταν ό,τι πιο αγαπημένο είχα. Μετά την κιθάρα του μπαμπά, φυσικά. Και βλακωδώς το έχασα. Δεν έχω ιδέα πού.
-Δεν ξέρω τι να πω.
-Άσ’τα τώρα αυτά, αδελφούλη μου, και πες μου για την απόλυσή σου.

Posted in Η ιστορία της Αγγελικής

José Saramago, Περί τυφλότητος

Συγκλονιστικό, ζοφερό, ενοχλητικό, αλλά και λυτρωτικά ανθρώπινο. Ήταν οι πρώτες λέξεις που ήρθαν στο μυαλό με την ολοκλήρωση της ανάγνωσης.
Η “λευκή πληγή”, μια διαφορετική τυφλότητα, αφού ο ασθενής βλέπει τα πάντα λευκά, αρχίζει αιφνιδιαστικά να εξαπλώνεται σε μια πόλη. Πρόκειται για μια κατάσταση που φαίνεται να μεταδίδεται σε όσους έρχονται σε επαφή με τον ασθενή. Με σκοπό την προστασία των υγιών, η κυβέρνηση αποφασίζει να κλείσει τους προσβεβλημένους σε ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο (πρώην φρενοκομείο) παρέχοντας τους μονάχα τροφή και αφαιρώντας τους κάθε αξιοπρέπεια.
Σε έναν κόσμο τυφλών, τι θα έκανες, αν έβλεπες;

Αν η αυθόρμητη απάντηση είναι : “Θα βοηθούσα όσο περισσότερο μπορώ”, το αμέσως επόμενο ερώτημα θα ήταν: “Ποιό είναι το όριο στο οποίο ένας άνθρωπος σταματάει, αν πρόκειται να προστατεύσει στους τυφλούς συνανθρώπους του;” Η γυναίκα του γιατρού δίνει την απάντηση. Αργότερα κάνει λόγο για τη δική της τυφλότητα.
Με μια φαινομενικά απλή ιδέα, ο Saramago φτιάχνει μια ιδιαίτερη ιστορία, που διεγείρει έντονα τη σκέψη και το συναίσθημα, καθώς ξυπνάει έναν εφιαλτικό φόβο. Τι θα γινόταν σε πραγματικές συνθήκες, αν η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων τυφλωνόντουσαν;
Το σίγουρο είναι ότι οι νέες κοινωνικές ομάδες, που δημιουργούνται, φαίνεται να ακολουθούν το μοτίβο της κοινωνίας των οπτικά υγιών, όπως την ξέρουμε. Από αυτή την άποψη, η αλλληγορία για τον τρόπο λειτουργίας της υφιστάμενης κοινωνικής δομής είναι διαυγής.
Παραπάνω χρησιμοποίησα τον όρο: “ενοχλητικό”. Τολμώ να πω ότι βασικό στοιχείο της αφήγησης είναι η δυσκολία των τυφλών να προσαρμοστούν γρήγορα και με επιτυχία στις νέες συνθήκες. Προφανώς, ήταν επιλογή του συγγραφέα, εφόσον η τυφλότητα που παρουσιάζει είναι “λευκή” και, επομένως, διαφορετική από την πραγματική και ήδη γνωστή. Οποιαδήποτε αμφιβολία για αυτό, εξανεμίζεται στο τέλος του βιβλίου: “Νομίζω ότι δεν τυφλωθήκαμε, νομίζω ότι είμαστε τυφλοί, Τυφλοί που βλέπουν, Τυφλοί που δεν βλέπουν, κι ας βλέπουν.”

Posted in Uncategorized | 2 Comments