Λογοτεχνία και ενδοοικογενειακή βία

Πριν μιλήσω για τα βιβλία στα οποία αναφέρεται αυτή εδώ η ανάρτηση, σπεύδω να διευκρινίσω ότι η Κρήτη είναι ένας τόπος που αγαπώ και όχι μόνο επειδή είναι ο τόπος καταγωγής των εκλιπόντων γονιών μου. Μάλιστα συμφωνώ απόλυτα με τη διατύπωση της συγγραφέα Μαρίας Μανωλέλη στις 500 λέξεις στην Καθημερινή ότι: «τη συγκαταλέγω στα πιο όμορφα και αγαπημένα μου μέρη με τους πιο πονόψυχους και δοτικούς ανθρώπους» (πηγή). Τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου έζησα στην Αθήνα και επισκεπτόμουν την Κρήτη μόνο ως παραθερίστρια τα καλοκαίρια. Επομένως, ήταν φυσικό, όσο ζούσα εκτός Κρήτης, να μην έχω το ουσιαστικό κίνητρο να εμβαθύνω στα προβλήματα που παρουσιάζονται στο νησί (όπως για να αναφέρω ένα συγκεκριμένο παράδειγμα μπορεί να είναι η πλημμελής κατασκευή έργων οδοποιΐας), αλλά τα ανακαλύπτω πλέον στην καθημερινότητά μου λόγω της μόνιμης διαμονής μου με την οικογένειά μου στο Ηράκλειο από το 2019. Αυτός ο πρόλογος ήταν αναγκαίος, επειδή όσον αφορά το ζήτημα της ενδοοικογενειακής βίας, για το λόγο που μόλις προανέφερα, δεν μου είχε δοθεί ποτέ το αναγκαίο εξωτερικό ερέθισμα για να προβληματιστώ πάνω στο ζήτημα της έκτασης του φαινομένου στο νησί.

Διάβασα πρώτη φορά το βιβλίο «Ανάποδες στροφές» της Πέλας Σουλτάτου στην Αθήνα, όταν πρωτοκυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2019. Όταν είχα πλέον εγκατασταθεί μαζί με την οικογένειά μου μόνιμα στο νησί τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους και άκουσα ένα απόγευμα σε ένα τοπικό κανάλι να αναφέρεται η είδηση ότι ένας νεαρός επιτέθηκε με μαχαίρι στη μητέρα και αδερφή του, μόνο τότε μου ήρθε ως συνειρμός η υπόθεση του βιβλίου και ήταν η πρώτη φορά που σκέφτηκα ότι το περιγραφόμενο στο βιβλίο δραματικό περιστατικό δεν είναι απλώς και μόνο αποκύημα συγγραφικής φαντασίας, αλλά δύναται να έχει έρεισμα στην πραγματική ζωή.

Κατά τη γνώμη μου, η συγγραφέας Πέλα Σουλτάτου στο βιβλίο «Ανάποδες στροφές» αποτυπώνει  τόσο τον τρόπο που η τοπική κοινωνία με την παρωχημένη, αλλά παρούσα ακόμη, ιδέα μιας κακώς εννοούμενης ανδρικής περηφάνιας (ό,τι κι αν σημαίνει αυτός ο όρος) συντελεί, ώστε ο νεαρός ήρωας να προβεί σε μία παρορμητική πράξη για την οποία ευθύς αμέσως το μετανιώνει, επειδή εν τέλει δεν τον εκφράζει, όσο και τον τρόπο που η ευρύτερη κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα δημιουργεί σύμπλεγμα κατωτερότητας στα ευάλωτα κοινωνικά στρώματα, το οποίο δυνητικά ωθεί το άτομο σε εγκληματικές συμπεριφορές, οι οποίες δεν είναι σταθερές και παγιωμένες εκφάνσεις του χαρακτήρα, αλλά αποτελούν μεμονωμένες εκρήξεις του θυμικού. Επίσης, θεωρώ ότι η συγγραφέας φωτίζει το πλέον σκοτεινό σημείο στην υπόθεση της ενδοοικογενειακής βίας, που δεν είναι άλλο από την ευκολία  του θύματος να δώσει συγχώρεση στο θύτη τόσο λόγω της ύπαρξης πραγματικής αγάπης, που ωστόσο πολλές φορές  μπορεί να συνεργεί στη διαιώνιση της βίας, αφ’ ης στιγμής οδηγεί σε επανειλημμένα συγχωροχάρτια, όσο και λόγω της αποδοχής ότι οι εκρήξεις θυμού του αρσενικού που οφείλονται σε μια αίσθηση θιγμένου εγωισμού είναι συγχωρητέες, γιατί υποτίθεται ότι αυτή είναι η φυσική ροή των πραγμάτων.  Όμως, δεν είναι αυτή η φυσική ροή των πραγμάτων. Εμείς ως κοινωνία την έχουμε αφήσει να είναι αυτή και αυτή η πραγματικότητα δυνητικά αλλάζει.

Στο βιβλίο «Μέσα Πέτρα», η συγγραφέας Μαρία Μανωλέλη εκκινεί  με αφετηρία το θάνατο του θύτη και πατέρα συζυγοκτόνου να διερευνήσει τόσο τις επιπτώσεις στα αφανή θύματα πέρα της δολοφονημένης συζύγου, που δεν είναι άλλα από τα παιδιά, όσο και τις συνολικές ευθύνες της κοινωνίας στο να παραμείνει ένας εγκληματίας επί της ουσίας ατιμώρητος. Δεδομένης της πρώτης έκδοσης του βιβλίου τον Οκτώβριο του 2020 είναι ολοφάνερο ότι η συγγραφέας εντόπισε το πρόβλημα πολύ πριν συμβούν οι καταιγιστικές εξελίξεις στα ειδησεογραφικά δελτία του 2021 με το σοκαριστικό αριθμό των γυναικοκτονιών στις οποίες γίναμε όλοι μάρτυρες. Και είναι πολύ σημαντική αρετή του βιβλίου πέρα όλων των άλλων, όπως είναι η κινηματογραφική αφήγηση και η γνήσια συγκίνηση, το γεγονός ότι η συγγραφέας εντοπίζει και κάνει κοινωνό και τον αναγνώστη στην ιδέα ότι δεν αρκεί να εντοπίζουμε το πρόβλημα απλώς και μόνο στον δράστη και στον ψυχισμό του, αλλά να επισημάνουμε και το βαθμό που η κοινωνία με τις πράξεις ή τις παραλείψεις της μπορεί να συντελεί στη διατήρηση τέτοιων περιστατικών ιδίως και με την αποσιώπησή τους.

Τα δύο παραπάνω αναφερόμενα βιβλία είναι πολύ διαφορετικά όσον αφορά την πλοκή και την αφηγηματική τεχνική, πράγμα απολύτως φυσικό, αφού είναι γραμμένα από διαφορετικές συγγραφείς. Το στοιχείο, όμως, που με ώθησε να τα εντάξω σε μια από κοινού ανάρτηση είναι πιστεύω η κοινή έγνοια και από τις δύο συγγραφείς να αποφασίσουμε ως μέλη του κοινωνικού συνόλου να μιλήσουμε ευθέως για το πρόβλημα της ενδοοικογενειακής βίας, να αντιληφθούμε το βαθμό και την έκταση που έχει λάβει στο νησί της Κρήτης (Στις 24 Νοεμβρίου 2021 η ιστοσελίδα Νέα Κρήτη έχει άρθρο για πανευρωπαϊκή πρωτιά της Κρήτης στην κακοποίηση γυναικών και εφήβων) και να εργαστούμε ως κοινωνία προς την κατεύθυνση να αναχαιτίσουμε το φαινόμενο με κάθε πρόσφορο τρόπο.

Advertisement
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.