Franz Kafka, Γράμμα στον πατέρα

Τι θα μπορούσα να πω περισσότερο από τη μεταφράστρια Όλγα Βότση;
Πιο συγκεκριμένα: “Το γράμμα αυτό, εκτός από τα εξαιρετικά λογοτεχνικά χαρίσματα, έχει τεράστια σημασία σαν κλειδί για την κατανόηση της προσωπικότητας και του έργου του Κάφκα. Από παιδαγωγική άποψη πάλι είναι ένα κείμενο αποκαλυπτικό και υψηλά διδακτικό.”

Μια από τις σκέψεις που έκανα είναι ότι οι άνθρωποι που θα άξιζε να διαβάσουν αυτό το βιβλίο, ώστε να αναλογιστούν τη συμπεριφορά τους απέναντι στα παιδιά τους, δηλαδή οι τυραννικοί και καταπιεστικοί γονείς, κατά πάσα πιθανότητα δεν θα το διαβάσουν ποτέ. Ο ίδιος ο πατέρας του Κάφκα δεν το διάβασε, επειδή δεν το έλαβε.
Κι όμως, παρά το γεγονός ότι το γράμμα αυτό αποτελεί ένα δυνατό κατηγορώ και μια διαρκή κατάδυση στις πληγές και το φόβο που του άφησε η λεκτική βία του πατέρα του, ο ίδιος ο Κάφκα, στα “Γράμματα στη Μίλενα”, αναδεικνύει τη δύναμή του κάνοντας λόγο για “την επιθυμία του να καταλάβει τη θέση του ίδιου του βασιλιά”, παρόλο που αναφέρει τον εαυτό του ως “πιόνι πιονιού στη μεγάλη σκακιέρα”. Χωρίς αμφιβολία, στο γράμμα αυτό είτε έχουν επιμελώς αποσιωπηθεί κάποιες λεπτομέρεις που ενδεχομένως θα έκαναν τον πατέρα να φαντάζει λιγότερο τρομερός είτε υπάρχει μονομερής οπτική γωνία (άλλωστε ο Κάφκα αναγορεύτηκε διδάκτορας της νομικής). Η προσωπική μου άποψη είναι ότι σε καμμία περίπτωση δεν θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί -ούτε ο ίδιος ο Κάφκα- ότι σε αυτό το κείμενο δεν παρουσιάζει με το γραπτό του λόγο απίστευτο θάρρος απέναντι στον άνθρωπο που ενώπιος ενωπίω φοβόταν περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον. Η ίδια η δύναμη των κειμένων του έρχεται σε αντιδιαστολή με το φόβο που παρουσίαζε ως χαραγμένο βαθιά μέσα του. Και παρά το γεγονός ότι δεν έγινε εν ζωή διάσημος, αρνούμαι να πιστέψω ότι ακόμη κι όταν ζήτησε από το φίλο του Μαξ Μπροντ να κάψει τα κείμενα του, δεν είχε επίγνωση της αξίας τους.

Τελικά, θεωρώ ότι αφήνει να φανεί η αληθινή του αγάπη για τον πατέρα -ολότελα καταπιεστικά κρυμμένη στο “Γράμμα”- σε ένα απόσπασμα από τους “Στοχασμούς” από μια συνομιλία με ένα νέο 17 ετών, τον Γκούσταβ Γιάνουχ. (Το απόσπασμα περιλμβάνεται στο βιβλίο που είχα στα χέρια μου από τις εκδόσεις Γιάννη Οικονόμου):

“Οι άνθρωποι όμως πρέπει να πεθανουν -όπως οι γονείς μας και όλα γενικά που αγαπούμε και φοβόμαστε- για να τους καταλάβουμε σωστά.”

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.