18.Ένα κομμάτι χαρτί

“Πέθαναν επειδή κατέγραψαν τον εφιάλτη που είχαν ζήσει. Και τελικά, τόσος πόνος και τόσος πανικός συνοψίστηκαν σε χίλιες σελίδες ή δύο χιλιάδες στίχους. Το να χωράς τόσο πόνο σε μερικές σελίδες τυπωμένο χαρτί μοιάζει με τραγική ειρωνεία.”
Jaume Cabré, Confiteor

Η Εμμέλεια αγαπούσε την ανάγνωση βιβλίων μέσα στο κεντρικό αναγνωστήριο της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Το γλυκό ανοιχτό πράσινο χρώμα των αμπαζούρ, όταν άναβε η λάμπα, απέπνεε ηρεμία. Η πειθαρχημένη ησυχία των αναγνωστών δεν ήταν καθόλου χαρακτηριστική για εκπροσώπους ενός μεσογειακού λαού. Κι, όμως, έλληνες ήταν. Μια όμορφη, νέα κοπέλα, ενώ διάβαζε, έπλεξε το δάχτυλό της γύρω από την αλυσιδίτσα με τα μικρά σφαιρίδια που χρησίμευε ως διακόπτης. Για λίγο, όμως. Ίσως εκείνη τη στιγμή να σκεφτόταν το αγόρι της. Πώς να ερμηνευτεί ακόμη και μια τέτοια ασήμαντη κίνηση; Ίσως ούτε η ίδια η κοπέλα να ήξερε την απάντηση. Εκτός αν ήταν φοιτήτρια ψυχολογίας ή κάτι τέτοιο.
“Θα πρέπει να φύγω. Δεν θα πάρω ταξί σήμερα. Θα πάρω το τρόλεϋ”, σκέφτηκε η Εμμέλεια. Κρατούσε το μπλε σημειωματάριο μαζί της, καθώς και 2 δικά της βιβλία. Της άρεσε να τα κρατάει στα χέρια παρά το γεγονός ότι θα μπορούσε να τα χωρέσει στο σακίδιο. Ίσως λιγάκι στριμωγμένα. Απλώς δεν ήθελε να τσαλακωθούν οι άκρες. Βγαίνοντας από την αίθουσα χαιρέτησε την υπάλληλο: “Καλό απόγευμα”. Κι εκείνη ανταπέδωσε το χαιρετισμό. Σχεδόν γνωριζόντουσαν.
Κοίταξε τη θέα από την αριστερή πλευρά της βιβλιοθήκης. Πάντα της άρεσε αυτή η εικόνα. Καθάριζε τα μάτια.
Η σκέψη της ήταν αλλού, όταν επιβιβαζόταν στο όχημα. Ήθελε πάση θυσία να βρει το χώρο της. Πάντοτε χρησιμοποιούσε ταξί για τις μετακινήσεις της κι έτσι δεν μπορούσε να γνωρίζει σε πόσο χρόνο θα ερχόταν το επόμενο τρόλεϋ. Για ποιό λόγο ήθελε να έρθει σε τόσο έντονη επαφή με ολότελα άγνωστους της ανθρώπους; Ίσως για να βγει από τον κόσμο της και να αναρωτηθεί πώς είναι η δική τους ζωή. Ή μήπως όχι; Καμμιά ανθρώπινη πράξη, όσο ασήμαντη κι αν είναι, δεν επιδέχεται μονοσήμαντη ερμηνεία.
Εντελώς αφηρημένη και χαμένη στις σκέψεις της, δεν συνειδητοποίησε ότι έπεσε από τα χέρια της το μπλε σημειωματάριο. Σαν ένα κομμάτι χαρτί χάθηκε, ενώ οι πόρτες του τρόλεϋ έκλεισαν.
“Το να χωράς ότι αγαπάς σε ένα μπλε τετράδιο και να το χάνεις τόσο φυσικά, όπως το νερό χάνεται στο διψασμένο έδαφος, αυτό είναι σε τελική ανάλυση το μάθημα που μας μαθαίνει η ζωή.” Με αυτή τη σκέψη προσπάθησε να ηρεμήσει, όταν επέστρεψε σπίτι και κατάλαβε τι είχε συμβεί.
vivliothiki

Advertisements
Posted in Uncategorized

17.Συγχώρεση

Ο πρίγκηπας καθόταν ακίνητος στο στρωσίδι δίπλα του και κάθε φορά που ο άρρωστος ξεσπούσε σε φωνές ή παραληρούσε, βιαζόταν να περάσει το τρεμάμενο του χέρι στα μαλλιά και στα μάγουλά του, σαν να τον χάιδευε και να τον ημέρευε.”
Фёдор Михайлович Достоевский, Ο ηλίθιος

Κλείνοντας το βιβλίο “Ο ηλίθιος”, η Εμμέλεια έμεινε συγκλονισμένη και βαθύτατα απορημένη. Γεμάτη σκέψεις όπως αυτές: “Αυτή η λέξη που αποδίδουν οι υπόλοιποι ήρωες στον Πρίγκηπα Μίσκιν αναπόφευκτα εγείρει τα αντανακλαστικά του αναγνώστη, ώστε να σκεφτεί ότι αδικούν τον Λέων Νικολάγιεβιτς και ότι απλούστατα το πρίσμα μέσα από το οποίο βλέπουν τον κόσμο είναι διαφορετικό… Ίσως καλύτερα: διαστρεβλωμένο από ηθική άποψη. Άραγε και ο ίδιος ο Ντοστογιέφσκυ υιοθετεί εντέλει τη λέξη “ηλίθιος” κυριολεκτικά, ώστε να καταδείξει ότι η συγχώρεση στον Ραγκόζιν είναι απαράδεκτη; Ή μήπως απλώς αποσκοπεί στο να αφήσει μετέωρο το ζήτημα των ορίων της ανθρώπινης συγχώρεσης ιδιαίτερα στα πλαίσια της χριστιανικής πίστης; Ή τελικά δικαιώνει τον ήρωά του σε πείσμα όσων τον αποκαλούν “ηλίθιο”; Ή τίποτε από όλα αυτά; Ίσως, κάνω λάθος σε όλα. Να, γιατί ξαναδιαβάζει κανείς ένα τέτοιο βιβλίο… Τα ερωτήματα που ανακύπτουν σε σχέση με τα ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης είναι ένα απεριόριστο σύμπαν. Εστιάζω τώρα μόνο σε μια γωνιά αυτού του σύμπαντος: τη συγχώρεση ενός άλλου ανθρώπινου πλάσματος.
Είναι άραγε περιφρονητέα ηλιθιότητα η άνευ όρων συγχώρεση που δείχνει ο Μίσκιν στον Ραγκόζιν; Ή -αντίθετα- αποτελεί ένα αξιοζήλευτο αρχέτυπο της αγάπης για τον πλησίον; Κι ωστόσο, πώς θα συγχωρούσε κανείς τον εαυτό του, αν είχε διαπράξει τη μέγιστη αποτρόπαια πράξη: το φόνο; Όχι, είναι αδύνατον. Αν είναι συνεπής με την ηθική επιταγή της πραγματικής αγάπης, είναι αδιανόητο να δέχεται να σκοτώσει και στη συνέχεια να συγχωρήσει εντελώς αβασάνιστα τον εαυτό του. Για κανένα λόγο, δεν επιτρέπεται ο φόνος. Πολύ περισσότερο αν αγαπάει κανείς. Ή έστω κι αν διατείνεται απλώς ότι αγαπάει. Επομένως, δεν είναι δυνατόν να συγχωρηθεί τόσο φυσικά η πράξη μιας δολοφονίας, έστω κι αν ο θύτης είναι ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα. Αδύνατον. Αδιέξοδο…
«Τότε προσελθών προς αυτόν ο Πέτρος, είπε· Κύριε, ποσάκις αν αμαρτήση εις εμέ ο αδελφός μου και θέλω συγχωρήσει αυτόν; έως επτάκις;
Λέγει προς αυτόν ο Ιησούς· Δεν σοι λέγω έως επτάκις, αλλ’ έως εβδομηκοντάκις επτά

Λύνεται ο γόρδιος δεσμός μέσα από τις παραπάνω φράσεις του ευαγγελίου;
Και η Ναστάσια; Έφυγε μακριά από τον Μίσκιν, επειδή δεν συγχώρεσε τον ίδιο της τον εαυτό για τις πράξεις του Τότσκυ; Είναι κι εκείνη με τον τρόπο της ένα πλάσμα που τιμωρείται για τις αμαρτίες άλλων και συμβολικά εξαγνίζεται μέσα από αυτή τη θυσία της; Άρα η θυσία της ήταν αναγκαία; Ίσως, τελικά κι ο Ραγκόζιν είναι ένα θύμα. Αναγκασμένος να βοηθήσει τη Ναστάσια να εξαγνιστεί όπως ακριβώς ο Ιούδας ήταν αναγκασμένος να προδώσει το δάσκαλό του… Μα τι σκέφτομαι; Άθελά μου προσπαθώ να ανιχνεύσω τις χριστιανικές αναφορές του Ντοστογιέφσκυ; Αλλά στην πραγματικότητα, ο κάθε αναγνώστης πάντα βλέπει εκείνο που έχει μέσα του ο ίδιος. Αυτάρεσκα ερωτοτροπεί με την ιδέα ότι ιχνηλατεί στις σκέψεις του συγγραφέα. Ως ένα βαθμό για να κλέψει τη λάμψη του… Ορίστε, όλοι κλέφτες είμαστε. Όλοι έχουμε ανάγκη από συγχώρεση.”
Ξαφνικά διέκοψε αυτές τις σκέψεις. Της φάνηκε ότι παρασύρεται σε μονοπάτια μπερδεμένων σκέψεων. Συνειδητοποιούσε ότι ακόμη κι ένας άνθρωπος αμύητος στη λογοτεχνία, θα ήταν αδύνατον να μην κάνει χίλιες σκέψεις διαβάζοντας ένα τέτοιο έργο. Και η φυσική ροή τους θα είναι αναπόφευκτα χαώδης. Επομένως, συγχώρησε τον εαυτό της για αυτό το παραλήρημα.
Όχι, δεν χαρακτηρίζονται τυχαία κάποιοι συγγραφείς ως κλασικοί. Σε μαθαίνουν να σκέφτεσαι πραγματικά.

holbien-600x161
Hans Holbien, Christ’s body in the tomb

Posted in Uncategorized

16. Οι αναγνώσεις βιβλίων ως αλιεία

Απ’ όλα τα εργαλεία του ανθρώπου, το πιο εκπληκτικό είναι, χωρίς αμφιβολία, το βιβλίο.
Τα άλλα είναι προεκτάσεις του σώματός του. Το μικροσκόπιο και το τηλεσκόπιο είναι προεκτάσεις της όρασής του, το τηλέφωνο, προέκταση της φωνής του, έχουμε επίσης το αλέτρι και το ξίφος, που είναι προεκτάσεις του χεριού του.
Το βιβλίο, όμως, είναι άλλο πράγμα: το βιβλίο είναι προέκταση της μνήμης και της φαντασίας του
.”
Jorge-Luis Borges

Οι πόρτες του μετρό άνοιξαν. Στάση Πανεπιστήμιο. Η Αγγελική βγήκε από την έξοδο προς τη βιβλιοθήκη. Συνέχισε να περπατάει από τη Ρήγα Φεραίου προς την Ακαδημίας. Από εκεί θα έπαιρνε το τρόλεϋ.
Καθώς πλησίαζε προς τη στάση, το βλέπει να σταματάει σχεδόν γεμάτο και να ανοίγει τις πόρτες του. Ήθελε να τρέξει για να το προλάβει, αλλά τελευταία στιγμή διέκοψε τη φόρα της λίγο πριν πέσει στο καπώ ενός ταξί διερχόμενου από τον παράδρομο. Την ίδια στιγμή μια κοπέλα, που κρατούσε ένα σακίδιο και βιβλία, καθώς επιβιβαζόταν μαζί με άλλα 2 άτομα από τη μεσαία πόρτα, χάνει από τα χέρια της κάτι που έμοιαζε με μπλε σημειωματάριο. Οι πόρτες του τρόλεϋ έκλεισαν. Ήταν ήδη ασφυκτικά γεμάτο και ο οδηγός δεν θα ήθελε να χάσει χρόνο μπροστά σε ένα κόκκινο φανάρι.
Εντωμεταξύ, ο οδηγός του ταξί άρχισε να ωρύεται:
“Είσαι ηλίθια; Δεν πας να πέσεις από την Ακρόπολη, άμα θες ν’ αυτοκτονήσεις;”
Ατάραχη η Αγγελική σαν να μην την αφορούσε αυτό που είπε, τον περίμενε υπομονετικά να φύγει. Εκείνο που την ενδιέφερε περισσότερο ήταν το μπλε σημειωματάριο. Ήταν δυνατόν να μην κατάλαβε η κοπέλα ότι έπεσε από τα χέρια της; Μόνο τη στιγμή που βρέθηκε μπροστά στο σημείο όπου είχε πέσει και καθώς το σήκωνε από το δρόμο, σκέφτηκε: “Άντε να χαθείς, ηλίθιε!”.
Ωστόσο, αναγνώριζε ότι ο ταξιτζής είχε ένα δίκιο. Όντως έπρεπε να κοιτάξει αριστερά, πριν διασχίσει τον παράδρομο. Απλώς την ενόχλησε η επιθετικότητα και η υπερβολή στα λόγια του.
Καθώς ξεφύλλιζε το σημειωματάριο, έδωσε άφεση αμαρτιών στον εαυτό της που τον έβρισε, έστω και στη σκέψη της. Η απρέπεια να διαβάζει τις προσωπικές σημειώσεις ενός άλλου πλάσματος χωρίς καμμιά εξουσιοδότηση, της φάνηκε ακόμη χειρότερη από τη στιγμιαία βρισιά που σκέφτηκε.
Το μπλε σημειωματάριο ήταν γεμάτο από αποσπάσματα από βιβλία και όχι μόνο. Σκέψεις σκόρπιες, σβησίματα, αλλού καλλιγραφικά και αλλού ακατανόητα γράμματα. Η κοπέλα προφανώς αλίευε από τα βιβλία που διάβαζε όσα θα ήθελε να θυμάται. Είχαν κάτι κοινό. Πώς θα μπορούσε να της επιστρέψει το σημειωματάριο, άραγε;

Posted in Uncategorized

15. Το υλικό από το οποίο φτιάχνονται οι άνθρωποι

Ψάξε όποιο σπίτι θες, δεν θα βρεις παραπανίσια κουβέρτα ούτε για δείγμα.”
Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, Το Πέρασμα

Η πρώτη αντανακλαστική σκέψη της Αγγελικής, όταν είδε το εξώφυλλο του βιβλίου «Το πέρασμα», ήταν: «Αυτά τα πράγματα τα ξέρουμε». Κι, ωστόσο, η εικόνα παρέμενε δυνατή, παρά το γεγονός ότι η εξοικείωση μέσα από τις εικόνες της τηλεόρασης και των social media ίσως να οδηγεί το θεατή στην αποδοχή. (Αποδοχή τίνος πράγματος άραγε; Μονάχα του παραλογισμού της ανθρώπινης μοίρας.) Μέσα της για κάποιο λόγο, άρχισε να αναρωτιέται πόση αλήθεια περιέχει η πεποίθηση ότι «αυτά τα πράγματα τα ξέρουμε». Υπάρχει μια διαφορά -και καθόλου μικρή- μεταξύ της πραγματικότητας όπως τη βιώνει κανείς και της ίδιας (αλλά τόσο διαφορετικής) πραγματικότητας εκείνου που παρακολουθεί μια οθόνη. Όπως, άλλωστε, είναι άλλη η πραγματικότητα για εκείνον που αναγκάζεται να βρεθεί σε μια βάρκα προσπαθώντας να σώσει τη ζωή του, άλλη για εκείνον που ανιδιοτελώς βουτάει στη θάλασσα για να σώσει τη ζωή κάποιου άλλου, άλλη για εκείνον που αδίστακτα πουλάει ένα σωσίβιο ακατάλληλο. Ένα σύνολο από άπειρες διαφορετικές πραγματικότητες. Μα κάθε άνθρωπος ζει μονάχα τη δική του. Η πραγματικότητά του είναι η δική του νοητική κατασκευή.
Η απάντηση που της έδωσε ένα απόγευμα ο Πέτρος φαίνεται πώς καθόρισε την απόφασή της να αγοράσει το βιβλίο παρά την πρώτη αντανακλαστική της σκέψη.
«Πέτρο, γιατί άραγε διαβάζουμε λογοτεχνία;» τον είχε ρωτήσει.
«Δεν ξέρω. Μάλλον για να μάθουμε από τι υλικό φτιάχνεται ο άνθρωπος», της είχε απαντήσει.
Καθώς προχωρούσε στην ανάγνωση του βιβλίου, οι διαφορετικοί κόσμοι που συναντιώνται αναπόφευκτα και βίαια, όπως γράφει το οπισθόφυλλο, αποκαλύπτονταν ως η διαφορετική βιωμένη πραγματικότητα του κάθε ήρωα. Αυτό έχει τη σημασία του σε ένα τόσο συγκλονιστικό θέμα για έναν πολύ απλό λόγο. Έχουμε μια τάση να γαντζωνόμαστε στις βεβαιότητες μας, ώστε τείνουμε να απορρίπτουμε μετά βδελυγμίας οποιαδήποτε απόκλιση από αυτές. Συχνά διαμορφώνουμε στη συνείδησή μας μια πραγματικότητα απόλυτη και απομακρυνόμαστε άμεσα από οτιδήποτε απειλεί να κλονίσει τις απόψεις μας. Στο «Πέρασμα» η παρουσία των πολλών διαφορετικών ηρώων δίνει μια εποπτική εικόνα της αδυναμίας προσδιορισμού μιας και μόνης απόλυτης πραγματικότητας.
Ίσως, τελικά αυτό να είναι το ζητούμενο, όταν καταφεύγουμε στη λογοτεχνία. Να μας δείξει από τι υλικό είναι φτιαγμένος ο άνθρωπος. Όμως, αυτό το υλικό δεν είναι ένα. Αν και ιδανικά θα έπρεπε να είναι μόνο ένα: το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένος ο καπετάνιος στο τέλος του βιβλίου.

Posted in Uncategorized

14. Εργοστάσιο παραγωγής σκέψεων

“Όταν κάποιος είναι χημικός μηχανικός”, σκεφτόταν η Αγγελική, “αυξάνονται δραματικά οι πιθανότητες να αντιλαμβάνεται το καθετί γύρω του ως εργοστάσιο”. Κι εδώ που τα λέμε δεν είναι καθόλου δύσκολο να παρομοιαστεί ο άνθρωπος με ένα εργοστάσιο. Με μια απλουστευμένη (και πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά) θεώρηση, στην περίπτωση του εργοστασίου που λέγεται άνθρωπος, η πρώτη ύλη είναι τα ερεθίσματα του περιβάλλοντος (π.χ. αλληλεπίδραση με άλλους ανθρώπους, επαφή με τη φύση, αναγνώσεις βιβλίων ή και έλλειψη όλων αυτών κλπ).
Η καύσιμη ύλη που παρέχει την ενέργεια είναι τα τρόφιμα (αυτό το ξέρει και η γάτα μας). Αλλά το μείζον ερώτημα είναι: τι παράγει ο άνθρωπος;

Σκέψεις, παστίτσιο, όνειρα, εταιρικούς ισολογισμούς, επιθετικότητα, κεντήματα, εχθρότητα, πορτοκάλια, βία, χάρτινα καραβάκια, πολέμους, ζωγραφικούς πίνακες με θέμα τον πόλεμο, τρυφερότητα, γκατζετάκια, ανιδιοτέλεια, οικονομικές προβλέψεις, αλληλεγγύη, πυρηνικούς αντιδραστήρες, αλτρουισμό, θαλάσσια ρύπανση από πετρελαιοκηλίδες, αγάπη, έρευνα για την καταπολέμηση της θαλάσσιας ρύπανσης από πετρελαιοκηλίδες και πάει λέγοντας. Ωραίες σκέψεις, αλλά δεν είναι λογοτεχνία.

“Πώς θα ήταν η ζωή μου, αν είχα παρατήσει τις σπουδές και είχα αφοσιωθεί στις αναγνώσεις βιβλίων; Θα είχα άραγε καταφέρει να γίνω επώνυμη συγγραφέας;” αναρωτιόταν η Αγγελική. Η απάντηση λίγο την ενδιέφερε. Κανείς άνθρωπος με στοιχειώδη αυτοεκτίμηση δεν μετανιώνει πραγματικά για τις επιλογές του, ανεξαρτήτως αν φαίνονται λάθος ή σωστές στους γύρω του. Ακόμη κι αν ένα βράδυ του καλοκαιριού πιάνει τον εαυτό του κοιτώντας τη θάλασσα να κάνει τη σκέψη: “Πώς θα ήταν η ζωή μου αν…;”

Τι σημασία έχουν όλα αυτά και γιατί κάποιος να ενδιαφερθεί να ασχοληθεί με την ομφαλοσκόπηση της Αγγελικής; Στο μεταξύ, η θάλασσα, την οποία ένας άνθρωπος κοιτάζει και αναρωτιέται για τις επιλογές του, είναι η ίδια θάλασσα μέσα στην οποία άνθρωποι πνίγονται προσπαθώντας να σώσουν τη ζωή τους.

Θάλασσα, πικροθάλασσα. Είναι η ίδια θάλασσα. Το καταλαβαίνεις;

Posted in Uncategorized | 1 Comment

Παύλος Μάτεσις, Η μητέρα του σκύλου

madre di cane
Η Ραραού, ώριμη πλέον και ταλαντούχα ηθοποιός, εκ παραλλήλου δε “ορφανό πεσόντος εν Αλβανία”, αφηγείται με απολαυστικά χιουμοριστικό τρόπο την ιστορία της, την ιστορία της οικογένειάς της και τελικά, με φαινομενική αφέλεια χάρη στη μαεστρία του Μάτεσι, την ιστορία της Ελλάδας από την κατοχή έως και την απελευθέρωση.
Οι πεποιθήσεις της Ραραούς;
Εγώ βασιλόφρων είμαι, αλλά τα τραγούδια της αριστεράς με σαγηνεύουν.”
Τα όνειρά της;
Διότι διατηρούσα εγώ από προπολεμικώς τα καλλιτεχνικά μου όνειρα, να βγω ηθοποιός[…] Αυτό κυρίως καταλόγιζα στην Κατοχή και τον Άξονα, γι’αυτό κυρίως τους κατηγορώ: που πήγαν να βάλουνε φραγμό στην καλλιτεχνική μου πτήση.”
Κι ο κύριος Άλφιο;
Μπορεί να ήταν εχθρός της πατρίδος, αλλά η ελληνική φιλοξενία σ’αυτά είναι πολύ αδέκαστη, δεν επιτρέπεται να στενοχωράς καλεσμένο, έστω και κατακτητή.”
Κι οι Γερμανοί;
Και πολύς κοσμάκης έφαγε ψωμάκι ξελακκώνοντας νάρκες. Σε κάτι μας ωφέλησαν και οι Γερμανοί.”
Κι ο Έλληνας (που εξασφάλιζε τη σύνταξή του με τη μεσολάβηση του πολιτικού αρκεί να ψήφιζε εν αγνοία του και ο απών αδερφός);
Είχα την άλλη σύνταξη της Αλβανίας, γι’ αυτό δεν παντρεύτηκα, για να μην τη χάσω. Η σύνταξη είναι πιο σταθερή από όποιον σύζυγο. Και πιο θερμή. Και ούτε έχω τύψεις που εξαπατώ το έθνος. Αυτό γιατί κούρεψε τη μαμά μου;”

Αληθινό αριστούργημα που περιγράφει γεγονότα, υπό άλλη γωνία δραματικά, με τόσο ανάλαφρο τρόπο, ώστε διαβάζεται μονορούφι.

Το 2002 βραβεύτηκε μαζί το βιβλίο “Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα” με το βραβείο Premio letterario Giuseppe Acerbi.

Posted in Uncategorized

13.Η περιέργεια σκότωσε τη γάτα

Στο ερώτημα του Πέτρου, ο οποίος δίκην ψυχοθεραπευτή τη ρώτησε πώς προέκυψε η εμμονή με τον Σωκράτη, η Αγγελική απάντησε ότι διάβασε στο βιβλίο ενός γιατρού ότι ακολουθεί τη σωκρατική μέθοδο συζητώντας με τους ειδικευόμενους και τους ενθαρρύνει να αμφισβητούν ο ένας τον άλλον. Όμως, στο ερώτημα αν είχε σκοπό να διαβάσει όλα τα άπαντα του Πλάτωνα για να σχηματίσει ιδία γνώμη ως προς το τι ακριβώς είναι η σωκρατική μέθοδος, ήταν σαφές ότι μόνο μία θα μπορούσε να είναι η απάντηση:
-Όχι, φυσικά!
Κι ο Πέτρος συνέχισε:
-Αν ψάχνεις ένα βιβλίο που να σε καθοδηγεί ως προς τα θεμέλια της επιστήμης στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία χωρίς να είναι τηλεφωνικός κατάλογος σε πάχος,
σου προτείνω το “Η φύση και οι Έλληνες” του Schrödinger.
Αυτό το “χωρίς να είναι τηλεφωνικός κατάλογος σε πάχος” της έκανε κλικ. Κι έτσι, αφού πλήρωσαν και έφυγαν από την καφετέρια, μπήκε σε ένα βιβλιοπωλείο, το ξεφύλλισε προσεκτικά και το μάτι της έπεσε στην σελίδα 105:
[…] με σκοπό τη διαμόρφωση μιας κατανοητής εικόνας του εξωτερικού Κόσμου, επιτρέψαμε την υπεραπλούστευση να εξαιρούμε τον ίδιο τον εαυτό μας[…]
[…] αυτή είναι η αιτία που η επιστημονική κοσμοθεώρηση από μόνη της δεν περιέχει τίποτε από ηθικές και αισθητικές αξίες[…]
Τα παραπάνω βέβαια μπορεί να τα καταλάβει εύκολα κάθε άνθρωπος που σκέφτεται με επιστημονικό τρόπο. Αλλά αν ποστάρεις τις σκέψεις αυτές στο φέισμπουκ χωρίς να γράψεις από κάτω Schrödinger
δεν πρόκειται να πάρεις like παρά μόνο από όσους αισθάνονται πολύ υποχρεωμένοι (π.χ. πρώτου βαθμού συγγενείς, κουμπάροι κλπ)

Αργότερα η Αγγελική σκέφτηκε να ποστάρει στο timeline το εξής:
“Η περιέργεια σκότωσε τη γάτα, αλλά για τη γάτα του Schrödinger δεν είναι σίγουρο 100%.”
O Πέτρος άργησε πολύ να κάνει like.
Τελικώς σχολίασε στα comments:
“Η γάτα ήταν ο Schrödinger και δυστυχώς πέθανε το 1961.”
Το επόμενο σχόλιο της Αγγελικής ήταν:
“Ευτυχώς μας άφησε τα βιβλία του.”
Like.
H περιέργεια σκότωσε τη γάτα. Αν και φόνισσα, η περιέργεια είναι η κινητήρια δύναμη της επιστήμης και του κουτσομπολιού.

Posted in Uncategorized

12.Σωκρατική ειρωνεία

ΑΓΓΕΛΙΚΗ: Καλώς τον κι ας άργησε! Πού ήσουν;
ΠΕΤΡΟΣ: Σου πηγαίνει για σύζυγος…
ΑΓΓΕΛΙΚΗ: Εγώ δεν σε έβρισα! Τι θα πάρεις;
ΠΕΤΡΟΣ: Ένα χυμό πορτοκάλι.
ΑΓΓΕΛΙΚΗ: Ωραία, θα σου βάλω ένα κουίζ. Διάβασε τον παρακάτω διάλογο:

M: Ισχυρίζεστε ότι ήρθα εδώ για να εφαρμόσω τις αποφάσεις Ψ;
A: Μάλιστα.
Μ: Οι αποφάσεις αυτές λένε ότι βάση της δράσης του Χ είναι ο αγώνας για το ψωμί, τις δημοκρατικές ελευθερίες, την ειρήνη. Έτσι δεν είναι;
Α: Έτσι.
Μ: Επομένως, ο αγώνας για το ψωμί, τις δημοκρατικές ελευθερίες και την ειρήνη είναι συνωμοσία κατά της Ε;
Α: Όχι.
Μ: Ευχαριστώ. Αυτό μονάχα ήθελα να διευκρινίσω.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ: Δεν σου φαίνεται ότι θα μπορούσε να είναι η σωκρατική μέθοδος;
ΠΕΤΡΟΣ: Αν δεν κάνω λάθος, είναι από τη δίκη του Μπελογιάννη. Άρχισες να διαβάζεις ιστορία;
ΑΓΓΕΛΙΚΗ: Μπα, διαβάζω μόνο το ιστολόγιο του Σαραντάκου για τις λέξεις και την ιστορία τους.

https://sarantakos.wordpress.com/2016/03/30/beloyannis/

Posted in Uncategorized

11.Σπάραγμα

Και την ίδια ώρα, τι πετύχαμε τα παθιασμένα μυρμήγκια της διανοήσης; Πόσα ολοκαυτώματα αποτρέψαμε, πόσα τάγματα εφόδου αναχαιτίσαμε, πόσα στρατόπεδα συγκέντρωσης διαλύσαμε;”
Πέλα Σουλτάτου, Ανκόρ

Όση ώρα περίμενε η Αγγελική στην καφετέρια τον Πέτρο, μια κοπέλα στο διπλανό τραπέζι έγραφε σε ένα μπλοκ σημειώσεων. Ενίοτε έσβηνε ή έσκιζε σελίδες. Φαινόταν απορροφημένη. Κάποια στιγμή ζήτησε να της αδειάσει ο σερβιτόρος το τασάκι. Κι ωστόσο, πριν φύγει, σκίζει και πετάει ακόμη και την τελευταία σελίδα. Η σκηνή κίνησε την περιέργεια της Αγγελικής. Πριν έρθει, λοιπόν, ξανά ο σερβιτόρος, άλλαξε τραπέζι, ξεδίπλωσε το πεταμένο χαρτί και άρχισε να διαβάζει:

Άραγε τι πετυχαίνουν τα μυρμήγκια της διανόησης; Θα ήθελα να σου δώσω τη δική μου απάντηση. Μπαίνοντας στο facebook, πάτησα το join για να έρθω στη βιβλιοπαρουσίαση του Ανκόρ. Σε τόσες και τόσες βιβλιοπαρουσιάσεις είχα πατήσει join, αλλά τελικώς δεν πήγα. Αυτή τη φορά όμως είχα περιέργεια να καταλάβω τι σημαίνει «πολιτική» ενσάρκωση του θανάτου.
Όταν, λοιπόν, σε άκουσα να δίνεις το spoiler του βιβλίου, ταξίδεψα νοητικά στην Κρήτη. Θυμήθηκα τη γιαγιά μου ενώ ήταν ακόμη ζωντανή, αλλά καθηλωμένη στο κρεβάτι, που είχε μια γυναίκα από τη Βουλγαρία να στέκει στο πλευρό της. Είχε, βέβαια, και τα παιδιά και τα εγγόνια της, αλλά πάντως δεν είχε εμένα. Έπλασα, λοιπόν, νοητικά την εικόνα κάποιος να επιτίθεται στη γυναίκα αυτή μόνο και μόνο επειδή δεν ήταν ελληνίδα. Χωρίς να σκεφτεί αν η γυναίκα αυτή θα προτιμούσε χίλιες φορές να βρίσκεται στη χώρα της στο πλάι της δικής της γιαγιάς ή μάνας. Και η εικόνα αυτή της φαντασίας, μου φάνηκε τόσο άθλια, ακατανόητη και τρομακτική, ώστε παρόλο που ήθελα να βρω το θάρρος να σου μιλήσω (υπερνικώντας το κλασικό δέος που νιώθουν οι αναγνώστες για τους συγγραφείς λες και δεν είναι κανονικοί άνθρωποι) αντ’ αυτού σηκώθηκα και έφυγα.
Κι ωστόσο γυρνώντας με το μετρό πίσω στην ασφάλεια και την ησυχία του σπιτιού, άρχισε αναπόδραστα μέσα μου ένα brainstorming από το οποίο η πλέον αξιοσημείωτη λεπτομέρεια έχει ως εξής: λίγες μέρες μετά τη δολοφονία του Παύλου, μπήκα σε ένα ταξί. Δεν είχα διάθεση, ως συνήθως, να μιλήσω με τον ταξιτζή για κανένα θέμα. Όμως, ο ταξιτζής είχε ανάγκη να μιλήσει και ξέσπασε: «Εγώ τους ψήφισα, αλλά αυτό που έγινε ήταν έγκλημα. Σκότωσαν το παλικάρι.»
Κι επανερχόμαστε στο σημείο με τα μυρμήγκια της διανόησης. Άραγε τι καταφέρνουν; Καταφέρνουν να μας θυμίσουν (σε εμάς του μορφωμένους που ενίοτε κοροϊδεύουμε τους ταξιτζήδες στα social media) αυτό που ο ταξιτζής ήδη ξέρει, κι ας μην έχει διαβάσει λογοτεχνία: ότι πρέπει να μιλάμε με θάρρος για την αδικία. Γιατί αυτό είναι πιο σημαντικό από ένα παιχνίδι ματαιοδοξίας (όπως γίνεται μερικές φορές η τέχνη). Ή ίσως και να κάνω λάθος. Γιατί αυτό είναι η τέχνη. Ένα σπάραγμα, μια μορφή επικοινωνίας, μια στιγμή που οι άνθρωποι ενώνουν τη σκέψη τους έστω και για μια στιγμή, γιατί η αδικία είναι αδικία ακόμη κι αν δε γίνεται σε εμάς, αλλά σε κάποιον άλλον. Κι ωστόσο…

Έτσι, τέλειωνε αυτό που έμοιαζε με γράμμα. Κι ωστόσο τι; Ένα ταξί κίτρινο σαν ήλιος σταμάτησε έξω από την καφετέρια. Ήταν ο Πέτρος.
Ο ήλιος ήταν φωτεινός, έλαμπε και ενέπνεε αισιοδοξία σαν το Ανκόρ. Ο ήλιος που θα μας καλέσει όλους μια μέρα κοντά του. Ηλιοκαλέσματα.
Καθώς βλέπει τον Πέτρο να μπαίνει μέσα στην καφετέρια, η Αγγελική σκέφτεται: “Η τέχνη και η εξέγερση δεν θα πεθάνουν παρά μόνο με τον τελευταίο άνθρωπο. Ο Καμύ δεν το είπε αυτό; Να θυμηθώ να το γκουγκλάρω…”

Posted in Uncategorized

10.Ω, τι ειρωνεία!

Η λέξη “irony” προέρχεται από τη λέξη ειρωνεία και δεν χρειάζεται να σπουδάσεις γλωσσολογία στο Harvard για να το καταλάβεις αυτό. Ωστόσο, ω, τι ειρωνεία! Η λέξη ειρωνεία δεν έχει κανένα σχολιασμό στην ελληνική wikipedia. Κι έτσι, η Αγγελική δεν μπορούσε να βρει με γρήγορο και άμεσο τρόπο τι σήμαινε η σωκρατική ειρωνεία. Αντίθετα, στην αγγλική wikipedia, όχι μόνο υπήρχε η λέξη irony με ανάλυση, αλλά υπήρχε και σαφής εξειδίκευση στη λέξη “socratic irony“.
Δεν πειράζει όμως! Κάθε εμπόδιο για καλό. Ήταν αναγκασμένη να διαβάσει την Απολογία του Σωκράτη, ώστε να ανακαλύψει τη φράση:

ἐγὼ δέ, ὥσπερ οὖν οὐκ οἶδα, οὐδὲ οἴομαι· ἔοικα γοῦν τούτου γε σμικρῷ τινι αὐτῷ τούτῳ σοφώτερος εἶναι, ὅτι ἃ μὴ οἶδα οὐδὲ οἴομαι εἰδέναι
(Εγώ, αυτά που δεν ξέρω, ούτε νομίζω ότι τα ξέρω. Φαίνεται λοιπόν ότι είμαι λίγο σοφότερος από αυτόν, επειδή αυτά που δεν ξέρω, δεν νομίζω ότι τα ξέρω.)

Τι παράδοξο, όμως, η αθηναϊκή άμεση δημοκρατία, καταδικάζει σε θάνατο έναν άνθρωπο που ήταν σε ηλικία 70 ετών. Είναι άραγε ο θάνατος το μεγαλύτερο κακό; Ή μήπως δεν πρέπει να το νομίζουμε, αφού δεν το ξέρουμε;
Τους τις πετάει τις σπόντες ο Σωκράτης στην απολογία του. Ω, τι ειρωνεία!

Posted in Uncategorized