42.Γιατί το νόημα της ζωής είναι 24

Η Αγγελική άνοιξε την πόρτα στο βιβλιοκαφέ και άρχισε να αναζητά μια κοπέλα, η οποία θα καθόταν μόνη της. Τριγύρω υπήρχαν μόνο παρέες από φοιτητές που αντάλλασαν σημειώσεις και έγραφαν ή διάβαζαν. Στη συνέχεια, πρόσεξε τη σκάλα που οδηγούσε σε ένα πατάρι, που είχε επίσης τραπέζια. Ώστε, λοιπόν, μάλλον εκεί θα βρισκόταν η κοπέλα. Καθώς ανέβαινε τη σκάλα, διαπίστωσε ότι στην ίδια καφετέρια βρισκόταν η συμμαθήτριά της από τη σχολή δημιουργικής γραφής, η Εμμέλεια. Εκείνη στην οποία έκανε το λάθος να πει ότι δεν της άρεσε το διήγημά της αναλύοντας μάλιστα και τους λόγους. Και η οποία έκτοτε φάνηκε αρκετά ενοχλημένη και μια αγεφύρωτη άπωση δημιουργήθηκε μεταξύ τους. Γιατί ορισμένοι συγγραφείς, έστω και ατάλαντα φιντάνια να είναι, αγαπάνε μεν την αλήθεια, αλλά όχι κι όταν τους λες ευθέως ότι δεν σου αρέσουν αυτά που γράφουν. Τότε, πληγώνονται ανεπανόρθωτα σαν το παιδάκι που δεν του είπε η μαμά του: «Μπράβο, τι ωραία ζωγραφιά!»

Έβγαλε το κινητό και κάλεσε ελπίζοντας ότι θα την αποφύγει. Όμως, τελικά το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον.

Καλησπέρα, Εμμέλεια, ορίστε, είπε αφήνοντας το μπλε σημειωματάριο στο τραπέζι. Θα πρέπει να φύγω, γιατί θέλω να προλάβω μια βιβλιοπαρουσίαση σε ένα άλλο βιβλιοπωλείο.

Καλησπέρα, Αγγελική. Κάτσε, δέκα λεπτά. Να σε κεράσω ένα καφέ. Δεν θα με ρωτήσεις πώς έγινε και μου έπεσε το σημειωματάριο;

Ε, ναι, βέβαια. Θα είχα την περιέργεια να το μάθω.

-Εκείνη τη μέρα, λοιπόν, είχα τσακωθεί με τη μητέρα μου. Γιατί θέλει να σταματήσω να ασχολούμαι με τη λογοτεχνία. Τη θεωρεί παρασιτική δραστηριότητα που αφαιρεί χρόνο από τη φροντίδα του γιου μου. Η αλήθεια είναι ότι μερικές φορές ίσως να της φορτώνω λίγο παραπάνω το παιδί. Πάντως, εκείνο που με επηρέασε πραγματικά είναι αυτό που ανέφερε ο καθηγητής για το κριτήριο Μπουκόβσκι.

-Α, ναι το περιβόητο ποίημα.

-Ναι. Σκέφτηκα, λοιπόν, ότι αν πραγματικά μπορώ να γράψω κάτι, τότε θα πρέπει να αποδεσμευτώ από τα λόγια των άλλων. Να πάψω να χρησιμοποιώ τις φράσεις των άλλων συγγραφέων σαν πατερίτσες και να συνεχίσω μόνη μου. Έτσι κι αλλιώς, ό,τι διαβάζουμε, εντυπώνεται μέσα μας.

-Ναι, συμφωνώ, είπε η Αγγελική.

– Τότε σκέφτηκα ότι αν έχανα την πρόσβαση στο σημειωματάριο, τότε μόνο θα απελευθερωνόταν ότι αυθεντικά δικό μου υπάρχει για να γραφτεί και θα αναδυόταν στην επιφάνεια.

Ωραία, όλα αυτά, αλλά θα προτιμούσα να φύγω, σκεφτόταν η Αγγελική.

– Όμως, μετά το μετάνιωσα. Έχουμε ανάγκη να επιστρέφουμε σε συγκεκριμένες φράσεις, σε συγκεκριμένα αποσπάσματα, γιατί δεν υπάρχει δυνατότητα να ξαναδιαβάσουμε όλα τα βιβλία που θα θέλαμε ξανά. Δεν υπάρχει χρόνος να ξαναζήσουμε τη ζωή επαναλαμβάνοντας κάθε δευτερόλεπτο. Ούτε να κινηματογραφήσουμε όλες τις ωραίες στιγμές με το παιδί μας και να τις ξαναδούμε όλες. Το γεγονός ότι κάποια όμορφα πράγματα δεν θα επαναληφθούν είναι βασική ιδιότητα μιας ζωής που ρέει και αλλάζει συνεχώς.

Ναι, αλλά θα μπορούσα να φεύγω τώρα, συνέχιζε να σκέφτεται η Αγγελική.

– Ξέρεις ούτε στη μητέρα μου ούτε στον αδερφό μου αρέσουν αυτά που γράφω. Όμως, δεν γράφω γιατί είμαι ο θηλυκός Καμύ, αλλά γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς.

-Σε καταλαβαίνω. Συνέχισε να γράφεις. Όμως, εγώ πρέπει να φύγω. Συγγνώμη.

-Μισό λεπτό. Θέλω να σου πω μια ιστορία.

Ωχ, άλλος Χόρχε Μπουκάι μας βρήκε, σκέφτηκε η Αγγελική.

-Όταν πέθανε ο πατέρας μου, είχα συνάντηση με τον μαρμαρά για να του δώσω την προκαταβολή για τον τάφο. Όταν του έδινα τα χρήματα, με είδε στενοχωρημένη και άρχισε, χωρίς να του το ζητήσω, να μου λέει την ιστορία του. Για την κόρη του την υιοθετημένη που ήταν φυσική κόρη της αδερφής της γυναίκας του. Τους την άφησαν για λίγο, επειδή έπρεπε να φύγουν μετανάστες στην Αμερική. Όταν, όμως, γύρισαν να την πάρουν, το παιδί δεν ήθελε να πάει στους φυσικούς του γονείς. Τότε, εκείνοι έκαναν δικαστήριο. Και μέσα στο δικαστήριο, το παιδί έβαλε τα κλάματα. Έτσι, υποχώρησαν. Κατάλαβαν ότι δεν είχαν το δικαίωμα να την πάρουν παρά τη θέλησή της. Ύστερα, ο μαρμαράς μου είπε ότι σαν να μην έφταναν αυτά, η κόρη του πέθανε από καρκίνο στα 35 της. Και πήγαιναν τα παιδιά της μετά το θάνατό της και μύριζαν τα ρούχα της, επειδή μύριζαν μανούλα. Και μου λέει ο μαρμαράς, βασανίστηκε το παιδί μου για να πεθάνει…

Η Αγγελική περιμένει τη συνέχεια.

-Δεν έχει κάποια συνέχεια. Απλώς, οι άνθρωποι λέμε ιστορίες για να βγάζουμε τους άλλους από τον κόσμο τους και να τους φέρνουμε στον δικό μας κόσμο. Αυτό είναι το νόημα της ιστορίας.

Τώρα, βέβαια, αγαπητέ αναγνώστη, ίσως να πρέπει να γίνει μια εμβόλιμη αναφορά στο γιατί το νόημα της ζωής είναι 24. Ίσως να σου αρκεί ότι αυτό είναι το αγαπημένο μου κεφάλαιο από το βιβλίο “Επιτάφιος για ένα μικρό νικητή“. ‘Ομως, ίσως, να μην το έχεις στη βιβλιοθήκη σου. Κακώς. Θα σου πρότεινα να το προμηθευτείς αμέσως. Υπάρχει και ως το πρώτο βιβλίο της “Ρεαλιστικής Τριλογίας“.

ΤΕΛΟΣ

This entry was posted in Η ιστορία της Αγγελικής. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.