38 …όπου εκείνες οδηγούν

Οι βιβλιογραφικές αναφορές που παρατίθενται στο τέλος μαρτυρούν ότι η ουσία και τα πιο σημαντικά κομμάτια αυτού του αφηγήματος είναι αληθινά παρά το γεγονός ότι βασίζεται στην φαντασία μου. Αυτό το κείμενο γράφτηκε, ειδικά σε πείσμα των πρόσφατων ειδησεογραφικών εξελίξεων, για άγνωστους σε μένα λόγους κι αισθάνομαι ευγνωμοσύνη για όσους ανθρώπους το ενέπνευσαν:
τους Τούρκους που δεν ήθελαν οι Έλληνες του Πόντου να φύγουν από τον τόπο τους, όπως αποτυπώθηκε στο βιβλίο “Καραμανίτες” του Χρήστου Σαμουηλίδη,
τους Τούρκους ψαράδες της πραγματικής ζωής που αιχμαλωτίστηκαν για πάντα στα δίχτυα της λογοτεχνικής στο βιβλίο “Οι βάρδιες των πουλιών”,
το συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη και τα παιδιά που συμμετείχαν στο Φθινοπωρινό Λογοτεχνικό Εργαστήριο 2019 στο Ηράκλειο, που μου έδωσαν ανέλπιστη χαρά ακούγοντας ένα προσχέδιο της ιστορίας και λέγοντας μου να μην την αφήσω, να τη γράψω,
τον άντρα μου, Αριστομένη Μάγνη, που με εμπνέει να διαβάζω την ιστορία των ανθρώπων πίσω από τον αριθμό 1922

Αν οι αναγνώσεις βιβλίων είναι ένας δρόμος, τότε ποιος είναι ο τόπος όπου εκείνες οδηγούν; Ας τολμήσουμε να δώσουμε μια απάντηση.

«Μην τα δώσεις τα λεφτά, πασά μου. Κι εμάς θα μας εδιώξουνε μία των ημερών.» Με τούτεσες τσι κουβέντες επολεμούσε ν’ αλλάξει τη γνώμη τ’ αντρός τση για την απόφαση απου ‘χενε παρμένη. Ένας κουρέας στο Ηράκλειο ήτονε κι εκείνη τον επροσφωνούσε πασά. Από αγάπη μα και πονηράδα. Να τον συβάσει ν’ αλλάξει γνώμη. Αν ήτονε πράμα άλλο, ξα του. Μα εδά, ήπρεπε ν’ ακούσει τη γυναίκα ντου, να συλλογιστεί τα κοπέλια ντου. Καλογυναικάδες ήτονε οι Κρητικοί κι ο Μουσταφά εφέντης το ίδιο. Μα εδά απού ήπρεπε να την ακούσει, δεν τση ‘δινε σημασία. Ήτονε, βέβαια, καλή η ζωή ντως. Οι δουλειές επήγαιναν καλά. Κι είχενε φίλους χριστιανούς και μουσουλμάνους να πίνουν τσι ρακές και να τρώγουν το μεζέ στο καφενείο του Χασάν εφέντη. Πράμα δεν έλειπε ντως. Μα ‘κείνη δε λησμονούσε τσι δυσκολίες τση ζήσης τσης απόταν κλέφτηκε με το γαλανομάτη μουσουλμάνο. Αποθαμένη είναι εδά μπλιο, ήλεγε ο πατέρας της, οντεσές μιλούσε για τη θυγατέρα του. Δεν τση το συγχωρούσε. Μήτε να τσι ξανοίγω δε θέλω, ήλεγε στο χωριό. Κι εμάνιζε με την κυρά Ρήνη, που επηγαίνε ντως λάδι και όλα τα καλά του θεού απ’ το μποστάνι, κρυφά από τον κύρη τσης. Μονάχα μια φορά ήδειξε το άλλο ντου πρόσωπο ο παππούς των κοπελιών. Οντεσάς έμαθε πως εγεννήθηκε ο εγγονός του, ο Ιμπραήμ, που τον λέγαν κι Αβραμάκη. Τον εσύβασε η κυρά Ρήνη και μια αποσπέρα κίνησε μαζί τση να επισκεφτεί τον απόγονο του. Κι η θυγατέρα σάστισε σαν είδε τον πατέρα τση ομπρός στη θύρα. Που ‘χενε πάει να δει το κοπέλι. Εμπήκε μέσα, το ξανοίγει κι αφήνει σκιας μια χρυσή λίρα κάτω απ΄το μαξιλάρι ντου. Κι ήφυγε κι απόης δεν ματαγιάηρε ποτέ του στο σπίτι ντως. Κι ας εγεννήθηκε στο μεταξύ κι η Αϊσέ, η εγγόνα του. Κι ας κάτεχε πως ο Μουσταφά εφέντης δεν εζήτηξε τση θυγατέρας του ν’ αλλαξοπιστήσει. Ίντα άλλο ήθελε;

-Μην τα δώσεις τα λεφτά, πασά μου. Κι εμάς θα μας εδιώξουνε μία των ημερών.
Μ’ αυτά τα λόγια προσπάθησε ν’ αλλάξει τη γνώμη του άντρα της για την απόφαση που είχε πάρει. Αλλά ο Μουσταφά της αποκρίθηκε:
-Σώπαινε, Κατερίνα, και τα ‘χω κάμει τα κουμάντα μου. Πράμα δε θα λείψει των κοπελιών. Ότι καλό κάμεις, ο Αλλάχ το επιστρέφει. Από τσ’ αρχές τσ’ Αυγούστου απού ‘ρθανε οι ανθρώποι, ήπρεπε να τως είχαμε συνδράμει. Εδά μπλιο ντρέπομαι το φαγί απού τρώγω.
-Μάνα, έχουμε και τη λίρα του πατέρα σου στα δύσκολα, είπε το αστείο του με σοβαρό ύφος ο Ιμπραήμ.
Ο Μουσταφά σηκώθηκε να φύγει.
-Αϊσέ, πάμε στο λιμάνι να δούμε το άσπρο λιονταράκι; Να δούμε ανέ κρατεί το βιβλίο;
Η Αϊσέ έτρεξε το κατόπι του. Άρπαξε στη χούφτα της το χέρι του πατέρα της και βγήκαν από τα σπίτι. Ακολούθησε πρόθυμα τον πατέρα της σε αυτό που είχαν σκηνοθετημένο ως μια αμέριμνη βόλτα.
-Πάμε να πάρουμε γάλα;
-Πρώτα πάμε στο λιμάνι, Αϊσέ, να δούμε αν έχουν έρθει άλλα παιδάκια σήμερα.
Ετούτη τη φορά η βόλτα ήταν για εκείνον μια αναμέτρηση με τη συνείδηση και τους φόβους του. Βάδιζε σκυφτός, με βήμα αργό που το παράσερνε η Αϊσέ για να το κάνει γρηγορότερο. Γιατί ποτέ ξανά δεν είχε ταραχτεί τόσο από μια κουβέντα της γυναίκας του. Κι εμάς θα μας εδιώξουνε μία των ημερών. Από πού να τους διώξουν; Από το σπίτι τους; Την Κρήτη; Οι λέξεις της γράφτηκαν σε μάρμαρο. Ήξερε πως ούτε εκείνοι οι πρώτοι πρόσφυγες από τον Πόντο που έφτασαν με το ατμόπλοιο «Σμύρνη» φαντάζονταν αυτή την εξέλιξη της ζωής τους κι όμως την έζησαν. Ίσως ποτέ δεν είχαν καν ακούσει μια αντίστοιχη κουβέντα από τα χείλη ενός οικείου να τους προϊδεάσει. Και τι θα εμπόδιζε τη βούληση του Αλλάχ να ορίσει μια παρόμοια μοίρα και για ‘κείνον. Ας είχε παντρευτεί χριστιανή, ούτε ο πατέρας της τον ήθελε. Αν ήταν στο χέρι του, καθόλου δεν θα εμπόδιζε το φευγιό τους.
Κατηφόριζαν προς τον Κούλε κι επιθυμούσε πιο πολύ κι από την κόρη του να δει το μαρμάρινο λιοντάρι και να πάρει δύναμη. Κόρη και γιος βάδιζαν με την λαχτάρα να δουν τη θάλασσα. Ακόρεστη λαχτάρα. Όσες φορές και να τη δεις, ποτέ δεν είναι αρκετές, ποτέ δεν είναι ίδια ούτε η θάλασσα ούτε ο άνθρωπος. Αχ, ας ήταν να βρεθούν εκεί την ώρα που θα έφτανε το πλοίο, να δει τους ανθρώπους και να τους βοηθήσει, έστω μ’ένα μπουκάλι γάλα. Μόνο να είναι χρήσιμος σε ανθρώπους που δεν είχε ξαναδεί ποτέ, μόνο αυτό θα αλάφρωνε τις σκέψεις του, θα καθάριζε το μυαλό του. Καθώς πλησίαζαν τα γαλανά νερά, το ήξερε όλο και πιο σίγουρα πως μια αόρατη δύναμη που άλλοι έλεγαν Γιαχβέ, άλλοι Χριστό κι εκείνος Αλλάχ, είχε καθορίσει τη θέλησή του με τρόπο αναπόδραστο. Δεν είχε καμμιά αμφιβολία ότι έκανε το σωστό, θα έδινε όλες τις εισπράξεις του Σαββατοκύριακου για τους πρόσφυγες.
Αλλά, ταυτόχρονα αναρωτιόταν αν εκείνο που τον οδηγούσε ήταν ο εγωισμός. Μήπως πίσω από την καλή του πράξη κρυβόταν η ελπίδα πως κάποιος άλλος θα βρεθεί να του την επιστρέψει, αν το χρειαστεί και η δική του οικογένεια, αν έρθει η ώρα; Μα, έστω κι έτσι, πόσο λιγότερο σημαντικό ήταν αυτό που έπραττε; Έστω κι αν ήταν λίγο, μαζί με εκείνο που έκαναν οι άλλοι Ηρακλειώτες ήταν αρκετό. Κι αν ήταν λίγο, είχε σκεφτεί τον τρόπο να το κάνει περισσότερο. Ούτε ετούτοι οι άνθρωποι ούτε ποτέ κανείς δεν έπρεπε να βρίσκεται σ’αυτή τη θέση.
Είχαν φτάσει στο κάστρο,ήταν πια φανερό πως για την ώρα δεν είχε έρθει κανένα πλοίο. Ίσως να μην ερχόταν σήμερα. Ανέμελη η Αϊσέ ξέφυγε απ΄το χέρι του. Έτρεξε να χαϊδέψει ένα όμορφο γάτο που χάθηκε γρήγορα τρέχοντας μακριά της.
-Άσε τον κάτη. Είναι άρρωστος. Κόλλησε ψείρες απ’ τους πρόσφυγες, είπε ένας ηλικιωμένος βρακοφόρος που βρέθηκε εκεί κοντά.
-Ψείρες έχεις εσύ, μέσα στην κεφαλή σου, αντιμίλησε η Αϊσέ, κι ο γέροντας σάστισε από το θάρρος του κοριτσιού. Δεν είχε τι να πει κι απομακρύνθηκε απρόθυμα σαν να τον τύφλωσε το φως του ήλιου.
-Έλα εδά να γιαήρουμε οπίσω στο σπίτι, Αϊσέ, την τράβηξε προς το μέρος του προστατευτικά ο Μουσταφά. Ήταν φιλήσυχος και φοβήθηκε. Αλλά του άρεσε η πυγμή της κόρης του. Κι ας διαισθανόταν μια υπόγεια συνάφεια με το χαρακτήρα του παππού της. Μα, μήπως μπορείς να πολεμήσεις το κακό μονάχα με την καλοσύνη;
Κοίταξε φευγαλέα το λευκό λιοντάρι πριν πάρουνε το δρόμο της επιστροφής. Θα ήταν κι εκείνο μια ακόμη εικόνα από όλα όσα θα του έλειπαν, αν κάποτε έφευγε από την Κρήτη. Ο ήλιος που το λούζει, η θάλασσα που το περικυκλώνει και το αγέρωχο κάστρο που το στηρίζει και δεν το έδιωξε ακόμη κανένας από εδώ. Αιώνιο σύμβολο. Αμετακίνητος κάτοικος ενός λιμανιού που σε καλεί να ταξιδέψεις μακριά του και να επιστρέφεις με συνοδοιπόρο τη νοσταλγία να ξαναδείς τα λιοντάρια του. Αυτόπτης μάρτυρας πως «μόλις έφτανε κανένα βαπόρι στον λιμένα του Ηρακλείου κι απεβίβαζε πρόσφυγες, οι Ηρακλειώτες αμέσως τους υπεδέχοντο ως ξένους τους.»
Άφησε την κόρη του στο σπίτι κι έφυγε έπειτα για την Κεντρική Επιτροπή Περιθάλψεως. Στην επιτροπή συνεισφορών συνάντησε το Γιάννη, που τον γνώριζε. Ο φίλος του ήταν ο υπάλληλος για την καταγραφή των δωρεών.
-Καλώς τον Μουσταφά.
-Ώρα καλή σου, Γιάννη. Αυτά είναι από εμένα. Μη γράψεις τ’ όνομά μου.
Ο Μουσταφά άφησε στον πάγκο τα χρήματα κι ο φίλος του τα μέτρησε.
-152 δραχμές και 50 λεπτά. Να τα μετρήσουμε σωστά να μη χαθούνε. Και γιάντα να μη γράψω τ’ όνομά σου; Εδά το ‘γραψα.
-Δεν το κατέχει η κυρά και θα μανίσει. Γράψ’ ένα άλλο, του είπε ψέμματα ο Μουσταφά.
Ο Γιάννης ήβαλε δυο μολυβιές απάνω απ’τ’όνομα του Γετιμάκη κι ήσβησέ το.

Κι εδώ επανερχόμαστε στο ερώτημα. Αν οι αναγνώσεις βιβλίων είναι ένας δρόμος, τότε ποιος είναι ο τόπος όπου εκείνες οδηγούν; Ίσως να είναι εκεί όπου ο αναγνώστης των βιβλίων γράφει δικές του ιστορίες. Ιστορίες για να μην ξεχνιέται το καλό που κάνουνε οι άνθρωποι. Γιατί το κακό δεν έχει ανάγκη. Δεν ξεχνιέται αυτό. Μόνο το καλό σβήνεται. Αλλά σβήνεται;

ΠΗΓΗ: Ευγενία Λαγουδάκη, Πρόσφυγες στο Ηράκλειο του μεσοπολέμου
ΠΗΓΗ: Ευγενία Λαγουδάκη, Πρόσφυγες στο Ηράκλειο του μεσοπολέμου
ΠΗΓΗ: Ευγενία Λαγουδάκη, Πρόσφυγες στο Ηράκλειο του μεσοπολέμου
ΠΗΓΗ: Εμμανουήλ Χαλκιαδάκης, Η εγκατάσταση των Μικρασιατών προσφύγων στο Ηράκλειο και η ανοικοδόμηση του ναού του Αγ. Νικολάου στη Νέα Αλικαρνασσό

ΠΗΓΗ: Νίκος Ανδριώτης, Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι στην Κρήτη 1821-1824

This entry was posted in Η ιστορία της Αγγελικής. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.