José Saramago, Περί τυφλότητος

Συγκλονιστικό, ζοφερό, ενοχλητικό, αλλά και λυτρωτικά ανθρώπινο. Ήταν οι πρώτες λέξεις που ήρθαν στο μυαλό με την ολοκλήρωση της ανάγνωσης.
Η “λευκή πληγή”, μια διαφορετική τυφλότητα, αφού ο ασθενής βλέπει τα πάντα λευκά, αρχίζει αιφνιδιαστικά να εξαπλώνεται σε μια πόλη. Πρόκειται για μια κατάσταση που φαίνεται να μεταδίδεται σε όσους έρχονται σε επαφή με τον ασθενή. Με σκοπό την προστασία των υγιών, η κυβέρνηση αποφασίζει να κλείσει τους προσβεβλημένους σε ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο (πρώην φρενοκομείο) παρέχοντας τους μονάχα τροφή και αφαιρώντας τους κάθε αξιοπρέπεια.
Σε έναν κόσμο τυφλών, τι θα έκανες, αν έβλεπες;

Αν η αυθόρμητη απάντηση είναι : “Θα βοηθούσα όσο περισσότερο μπορώ”, το αμέσως επόμενο ερώτημα θα ήταν: “Ποιό είναι το όριο στο οποίο ένας άνθρωπος σταματάει, αν πρόκειται να προστατεύσει στους τυφλούς συνανθρώπους του;” Η γυναίκα του γιατρού δίνει την απάντηση. Αργότερα κάνει λόγο για τη δική της τυφλότητα.
Με μια φαινομενικά απλή ιδέα, ο Saramago φτιάχνει μια ιδιαίτερη ιστορία, που διεγείρει έντονα τη σκέψη και το συναίσθημα, καθώς ξυπνάει έναν εφιαλτικό φόβο. Τι θα γινόταν σε πραγματικές συνθήκες, αν η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων τυφλωνόντουσαν;
Το σίγουρο είναι ότι οι νέες κοινωνικές ομάδες, που δημιουργούνται, φαίνεται να ακολουθούν το μοτίβο της κοινωνίας των οπτικά υγιών, όπως την ξέρουμε. Από αυτή την άποψη, η αλλληγορία για τον τρόπο λειτουργίας της υφιστάμενης κοινωνικής δομής είναι διαυγής.
Παραπάνω χρησιμοποίησα τον όρο: “ενοχλητικό”. Τολμώ να πω ότι βασικό στοιχείο της αφήγησης είναι η δυσκολία των τυφλών να προσαρμοστούν γρήγορα και με επιτυχία στις νέες συνθήκες. Προφανώς, ήταν επιλογή του συγγραφέα, εφόσον η τυφλότητα που παρουσιάζει είναι “λευκή” και, επομένως, διαφορετική από την πραγματική και ήδη γνωστή. Οποιαδήποτε αμφιβολία για αυτό, εξανεμίζεται στο τέλος του βιβλίου: “Νομίζω ότι δεν τυφλωθήκαμε, νομίζω ότι είμαστε τυφλοί, Τυφλοί που βλέπουν, Τυφλοί που δεν βλέπουν, κι ας βλέπουν.”

This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

2 Responses to José Saramago, Περί τυφλότητος

  1. ΑΡΙΣΤΟΜΕΝΗΣ ΜΑΓΝΗΣ says:

    Ευχαριστούμε Κατερίνα για το όμορφο blog σου και την αφορμή για δημιουργικές συζητήσεις και γόνιμους προβληματισμούς πάνω σε αξιόλογα βιβλία.

    Αναφορικά με το “Περί τυφλότητος” βιβλίο του Saramago, συμφωνούμε νομίζω όλοι πως δεν είναι οι αισθητοί οφθαλμοί μας εκείνοι που μας επιτρέπουν να βλέπουμε, αλλά τα μάτια της ψυχής μας. Με αφορμή ωστόσο τη φράση του Saramago στο τέλος του βιβλίου που παραθέτεις (“Νομίζω ότι δεν τυφλωθήκαμε, νομίζω ότι είμαστε τυφλοί, Τυφλοί που βλέπουν, Τυφλοί που δεν βλέπουν, κι ας βλέπουν”), θα ήθελα να θέσω τα εξής ερωτήματα-προβληματισμούς προς όλους τους αναγνώστες του blog σου:
    – “Είμαστε” τυφλοί όπως λέει ο Saramago ή γίναμε τυφλοί;
    – Πότε κάποιος, κάποιοι, ένας ολόκληρος λαός γίνεται τυφλός;
    – Μπορεί ένας εκ γενετής τυφλός να βλέπει ή να μην βλέπει με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που βλέπει ή δεν βλέπει κάποιος που έχει τους αισθητούς οφθαλμόυς του;

    Ως μια συμβολή (και μόνο) στους ανωτέρω προβληματισμούς, παραθέτω τα εξής:
    “ακοή ακούσετε και ου μη συνείτε, και βλέποντες βλέψετε και ου μη ίδητε”, (προφητεία Ισαϊου περί το 700 π.Χ.)
    (“θα ακούσετε με τα αυτιά σας και όμως δεν θα εννοήσετε και θα ιδήτε πολύ καλά με τα μάτια του σώματος, αλλά δεν θα ιδήτε με τα μάτια της ψυχής).
    “επαχύνθη γαρ η καρδία του λαού τούτου, και τοις ωσί βαρέως ήκουσαν, και τους οφθαλμούς αυτούς εκάμμυσαν…” (Ματθ. 13, 15).
    (“διότι έγινε χονδρή και επωρώθη η καρδία και ο νους του λαού αυτού και εβαρυάκουσαν με τα αυτιά τους και έκλεισαν τα μάτια τους…”)
    Πότε αλήθεια γίνεται χονδρή και πορώνεται η καρδιά κάποιου; Και τι μπορούμε να κάνουμε για να αποφύγουμε τη νοσηρή αυτή κατάσταση;

    Εύχομαι καλούς και δημιουργικούς προβληματισμούς σε όλους.

    Με εκτίμηση
    Αριστομένης Μάγνης

    • Αγαπητέ Άρη,

      Ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια. Το κείμενο προέκυψε ως προσπάθεια να αιχμαλωτίσω τις σκέψεις που δημιούργησε σε εμένα η ανάγνωση του συγκεκριμένου βιβλίου του Saramago και -γιατί όχι;- να εμπνεύσει σε άλλους αναγνώστες να το διαβάσουν. Θεωρώ δεδομένο ότι ένας άλλος αναγνώστης θα έκανε διαφορετικές σκέψεις ή/και θα υιοθετούσε μία εντελώς διαφορετική οπτική γωνία. Μολονότι μια πιστή μετάφραση του πορτογαλικού τίτλου στα ελληνικά θα ήταν “Δοκίμιο περί τυφλότητος” (Ensaio sobre a Cegueira), υποθέτω ότι η επιλογή να μεταφραστεί ο τίτλος ως “Περί τυφλότητος” έγινε συνειδητά, αφού πρόκειται για μυθιστόρημα και όχι για δοκίμιο γενικό για την τυφλότητα. Άραγε ο Saramago ήθελε να μιλήσει για την τυφλότητα γενικά ή για την λευκή τυφλότητα, όπως περιγράφεται στο βιβλίο του;

      Κατά την άποψή μου, τα ερωτήματα που θέτεις δεν επιδέχονται μονοσήμαντη απάντηση. Ωστόσο, μπορούν να γίνουν έναυσμα για γόνιμες συζητήσεις. Το γεγονός, όμως, ότι ένα μυθιστόρημα μας αναγκάζει να θέσουμε επί τάπητος αυτά τα ερωτήματα, θεωρώ ότι αρκεί για να του προσδώσει αξία.

      Με εκτίμηση,
      Κατερίνα Τσαγκαράκη

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.