22. Στη μνήμη του πατέρα μου

Η απώλεια του αντικειμένου του πόθου της, δηλαδή του Πέτρου, σε συνδυασμό με την έλλειψη συγγραφικού ταλέντου οδήγησε την Αγγελική σε μια σχολή δημιουργικής γραφής. Ήθελε να γνωρίσει ανθρώπους που, όπως εκείνη, μοιράζονται το όνειρο να δημιουργήσουν. Δεν έχει σημασία το γεγονός ότι οι πιθανότητες να αναγνωριστούν ως μεγάλοι συγγραφείς τείνουν στο απόλυτο μηδέν. Σημασία έχει να καταφέρει να γράψει κανείς έστω μία αληθινή πρόταση. Έτσι τους είπε ο δάσκαλος. Η άσκηση που δόθηκε ήταν: “Να γράψετε ένα διήγημα με πρωταγωνιστή έναν ήρωα της Οδύσσειας τοποθετώντας τον χρονικά στο σήμερα.”

Ιδού το διήγημα της Αγγελικής:
“Είχε ξαπλώσει στο κρεβάτι μαζί με το μικρό Ρομπέρτο, κρατώντας ένα παιδικό βιβλίο με τη ζωή του πολυμήχανου Οδυσσέα. Ο γιος του, βλέποντας την αντίστοιχη εικόνα, περιέγραφε τη μορφή του παράξενου μονόφθαλμου κύκλωπα. Όπως η γυναίκα του, ο Ρομπέρτο έχει φακίδες στη μύτη και στα μάγουλα. Επιπλέον, έχει τα γαλάζια μάτια της. Στο πρόσωπο του παιδιού είναι μάλλον το χαμόγελο και τα καταμαυρά του μαλλιά, εκείνο που του θυμίζει τον εαυτό του. Κι ενώ του Ρομπέρτο, όπως είναι φυσικό άλλωστε, είναι πυκνά, ο ίδιος έχει αποκτήσει εδώ και καιρό φαλάκρα.
-Πάνε τα νιάτα μου, Μαρίνα, είχε πει στη γυναίκα του εκείνο το απόγευμα. Εδώ πάνω υπάρχει χώρος για να προσγειωθεί ελικόπτερο.
-Θέλεις να ψαρεύεις κοπλιμέντα,ε; του απάντησε. Ε, λοιπόν, σ’αγαπώ ακόμη και τώρα που ασχήμυνες!
-Εσύ γίνεσαι ολοένα και ομορφότερη, αγάπη μου.
Η Μαρίνα χαμογέλασε, αν και κάπως θλιμμένα. Το γεγονός ότι υπεραναπληρώνει την επικείμενη απουσία του μιλώντας της με τρυφερότητα, την ευχαριστεί. Ωστόσο, δεν αρκεί για να εμποδίσει την αίσθηση μιας κάποιας απωθημένης απογοήτευσης, κάτι σαν προοίμιο της μοναξιάς που θα βίωνε τις επόμενες δύο βδομάδες.
Ενώ είναι ξαπλωμένος και παρατηρεί το γιο του, διαπιστώνει ότι ο κύκλωπας Πολύφημος κεντρίζει ιδιαίτερα το ενδιαφέρον του. Το παιδί μιλάει εκστασιασμένο για την ασχήμια του. Ο Αντόνιο αφαιρείται για λίγο με τη σκέψη ότι εξακολουθεί να υπάρχει συμμετρία σε ένα πρόσωπο με ένα μονάχα οφθαλμό. Ωστόσο, δεν παύει να είναι απωθητικό. Η ερώτηση, που ακολουθεί, διακόπτει οποιαδήποτε εμβάθυνση στους κανόνες της αισθητικής.
-Μπαμπά, πόσο καιρό έλειπε ο Οδυσσέας για το ταξίδι;
-Δέκα χρόνια, Ρομπέρτο.
-Μπαμπά, εσύ δε θέλω να φύγεις ποτέ για δέκα χρόνια από εδώ.
-Όχι, βέβαια, αγόρι μου.
Μολονότι είναι μια αρκετά απλή συνδυαστική σκέψη, ο παραλληλισμός της ζωής του με εκείνης του ομηρικού ήρωα από τον γιο του, τον αιφνιδιάζει. Ο Αντόνιο δεν θα μπορούσε να σκεφτεί με αντίστοιχο τρόπο. Είναι υπερβολικά εστιασμένος στη δουλειά του. Είναι ηλεκτρολόγος μηχανικός και εξειδικεύεται στην ανακαίνιση των ηλεκτρονικών πινάκων και του πίνακα χειρισμού σε εκτυπωτικές μηχανές. Για την επόμενη εργασία που έχει αναλάβει θα ταξιδέψει στην Ελλάδα. Πρόκειται για μηχανή βαθυτυπίας μάρκας Cerutti, κατασκευασμένη πάνω από μισό αιώνα πριν, που βρίσκεται σε ένα εργοστάσιο στη βιομηχανική περιοχή Βοιωτίας.
Το επόμενο πρωινό, ο Αντόνιο αρχίζει να βυθίζεται στις αυτοματοποιημένες σκέψεις πριν το επαγγελματικό ταξίδι. Παρά το γεγονός ότι είχε ελέγξει, ήδη από την προηγούμενη μέρα, ότι όσα θα χρειαζόταν βρισκόντουσαν ήδη στις βαλίτσες του, εξακολουθεί να σκέφτεται τυχόν παραβλέψεις, όπως ο φορτιστής ή η οδοντόβουρτσα. Κάποτε ξέχασε την ταυτότητά του με αποτέλεσμα να χάσει την προγραμματισμένη πτήση του. Ευτυχώς, προλάβε την αμέσως επόμενη, επειδή η γυναίκα του την έφερε εγκαίρως στο αεροδρόμιο. Από τότε, πριν από κάθε ταξίδι, απέκτησε μία ακόμη έμμονη σκέψη, εκείνη της ταυτότητας.
Το βράδυ της ίδιας μέρας, όταν φτάνουν στο αεροδρόμιο του Μιλάνου Μαλπένσα και τη στιγμή που χαιρετιούνται, είναι διατεθειμένοι να αντιμετωπίσουν τη στιγμή σαν να μην υπήρχε η παραμικρή συναισθηματική φόρτιση. Αλλά κάτι τέτοιο δε γίνεται ποτέ, όσες φορές κι αν έχει επαναληφθεί η σκηνή του αποχαιρετισμού.
-Τώρα που θα πας Ελλάδα, μπαμπά, αν δεις τον Κύκλωπα, να του βγάλεις το μάτι. Ο Ρομπέρτο αστειεύεται με απροσδόκητο μαύρο χιούμορ. Η μητέρα του σοκάρεται από τη φυσικότητα με την οποία το παιδί προτρέπει τον πατέρα του σε πράξεις βίας.
-Ρομπέρτο, δεν υπάρχει κύκλωπας στην πραγματικότητα. Και δεν είναι σωστό να βγάζουμε το μάτι σε κανέναν.
-Εκτός αν βρισκόμαστε σε αυτοάμυνα, διορθώνει ο Αντόνιο.
Είναι βαθιά πεπεισμένος ότι κάποια στοιχειώδη αντανακλαστικά επιθετικότητας δημιουργούν ένα κέλυφος προστασίας από δυσάρεστες καταστάσεις και ανθρώπους.
-Δεν θα πρέπει να τον ενθαρρύνεις να σκέφτεται ότι η βία είναι αποδεκτή, διαφωνεί η Μαρίνα.
Είναι φιλόλογος και ακολουθεί τη διαπαιδαγώγηση που βασίζεται στον αλληλοσεβασμό και την ευγένεια στις σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους. Ωστόσο, ο Αντόνιο πιστεύει ότι αφού οι άνθρωποι στο σύνολό τους δεν εμφορούνται από τέτοια αγωγή, η επιθετικότητα ως αντίδραση είναι η καλύτερη άμυνα στην επιθετικότητα των άλλων. Η αλήθεια μια τέτοιας πρότασης, στη συνείδηση του, θα μπορούσε να αιτιολογηθεί ακόμη και με βάση το νόμο «δράσης-αντίδρασης» του Νεύτωνα.
-Μίλησα απλώς για αυτοάμυνα. Και δεν χρειάζεται να συμφωνούμε σε όλα. Οκ; Της απαντάει. Αυτή η μικρή διαφωνία αποδεικνύεται χρήσιμη για να αποφορτίσει τη συγκίνηση του αποχωρισμού. Ο Αντόνιο φιλάει τη γυναίκα και το γιο του. Στη συνέχεια, κρατώντας την κάρτα επιβίβασης, εκτυπωμένη ήδη από το προηγούμενο βράδυ, ακολουθεί τις πινακίδες που τον οδηγούν στη σωστή θύρα επιβίβασης.
Κατά την προσγείωσή του αεροπλάνου στο αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος», ο Αντόνιο ανοίγει το κινητό του. Σε λιγότερο από δέκα λεπτά χτυπάει.
-Μπαμπά, έφτασες στην Αθήνα;
-Ναι, αγόρι μου.
-Είδα φωτιές στην τηλεόραση. Πού είσαι;
Ο Ρομπέρτο ακούγεται πολύ αναστατωμένος.
-Δεν υπάρχει καμμία φωτιά εδώ, Ρομπέρτο. Είμαι στο αεροδρόμιο και περιμένω τις βαλίτσες μου μπροστά στον ιμάντα. Όλα είναι καλά. Μην ανησυχείς.
-Εντάξει, μπαμπά. Να προσέχεις.
Στη συνέχεια, η Μαρίνα του εξηγεί τι είχε προηγηθεί.
-Αντόνιο, στην Αθήνα ένας αστυνομικός δολοφόνησε ένα δεκαπεντάχρονο αγόρι. Στις ειδήσεις προβάλλονται εικόνες με φωτιές στο κέντρο της πόλης. Του εξήγησα ότι το αεροδρόμιο είναι μακριά από εκεί κι ότι δεν κινδυνεύεις. Έτσι δεν είναι;
Παρά τη σιγουριά της για όσα λέει, χρειάζεται και τη δική του επιβεβαίωση για να πιστέψει ότι πράγματι ο άντρας της είναι ασφαλής. Οι ειδήσεις είναι τόσο σοκαριστικές, ώστε η φαντασία της μπορεί να μεγεθύνει την έκταση των συμβάντων και εκτός του κέντρου της πρωτεύουσας. Ακριβώς όπως σκέφτεται ο γιος τους. Την καθησυχάζει όσο περισσότερο μπορεί. Στη συνέχεια, μπαίνει σε μια ενημερωτική ιστοσελίδα και διαβάζει: Grecia, la polizia uccide un 15enne. Μαθαίνει ότι το όνομα του παιδιού είναι Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος. Παράλληλα, παρατηρεί τις βαλίτσες του, καθώς εμφανίζονται στον ιμάντα.
Το γεγονός ότι βρίσκεται σε θέση να καθησυχάζει το Ρομπέρτο, ενώ την ίδια στιγμή στην Αθήνα χάνει το παιδί του κάποιος πατέρας, δημιουργεί μέσα του παράξενα και αντιφατικά συναισθήματα. Αφενός η αγάπη του γιου του τον χαροποιεί κι αφετέρου η συνείδηση του πόσο εύθραυστη είναι η ζωή μετατρέπει τη χαρά σε θλίψη με απόλυτη ευκολία. Ακόμη και μία επιπλέον ημέρα ζωής είναι μια εύνοια της τύχης, την οποία δεν μπορεί να εξασφαλίσει κανείς με καμμία προδιαγραφή. Είναι εντελώς ανεξάρτητη από την επιθυμία, την ευφυϊα, την εργατικότητα ή άλλες παραμέτρους. Είναι καθαρή τυχαιότητα. Αυτή η βαθιά πεποίθησή του φαίνεται τόσο ξεκάθαρη και οριστική, ώστε σύντομα επαναφέρει τον εαυτό του σε απλές πρακτικές σκέψεις.
Αναζητάει την κόλλα χαρτί με το όνομα Αntonio Moretti για να συναντηθεί με τον υπάλληλο της βιομηχανικής εταιρείας, που τον περιμένει. Ο έλληνας εκείνος, που θα τον μεταφέρει στο ξενοδοχείο της διαμονής του, είναι ο προϊστάμενος της παραγωγής και λέγεται Νίκος. Φαίνεται λίγο μεγαλύτερος από τον ίδιο και σχετικά ταλαιπωρημένος. Παρατηρεί την κούραση στα μάτια του. Τα συχνά ταξίδια τον έχουν βοηθήσει να αναγνωρίζει με ευκολία τις αρχικές διαθέσεις των ανθρώπων με τους οποίους έρχεται σε αλληλεπίδραση. Όσον αφορά τις αναμενόμενες αντιδράσεις τους, στη συνέχεια, συμβαίνει πάντοτε το ίδιο πράγμα: είναι προβλέψιμες έως μια ορισμένη στιγμή που μια απρόσμενη λεπτομέρεια θα τις καταστήσει απρόβλεπτες. Όπως ακριβώς συμβαίνει στην επαφή οποιασδήποτε δυάδας ανθρώπων. Ο Αντόνιο τον ρωτάει αν γιορτάζει και στη θετική του απάντηση του εύχεται υγεία και κάθε ευτυχία. Ο Νίκος αφήνει ένα χαμόγελο να φανεί στα χείλη του. Ωστόσο, δεν κρατάει για πολύ. Στη συνέχεια, οι σκέψεις του επανέρχονται στη δουλειά που θα ακολουθήσει από αύριο το πρωί. Ήταν αναγκαίο να ξεκινήσουν από την Κυριακή, ώστε να προλάβουν να ολοκληρώσουν τις εργασίες πριν από τα Χριστούγεννα σε περίπτωση οποιαδήποτε απρόοπτης καθυστέρησης. Ξεκινάει το ταξίδι τους προς τη Βοιωτία.
Η βραδυνή οδήγηση θα είναι μια επιπλέον παράμετρος κούρασης για το Νίκο. Ο Αντόνιο αναρωτιέται αν έχει ακούσει τις ειδήσεις, αλλά δεν τον ρωτάει σχετικά. Το πιο πιθανό είναι πως γνωρίζει τι συμβαίνει στην Αθήνα. Από την πλευρά του, ο Νίκος δεν είναι σε θέση να ξέρει ότι ο ιταλός ενδιαφέρεται εξίσου για τις ειδήσεις της χώρας στην οποία βρίσκεται. Παρά το γεγονός ότι αναγκαστικά αυτό το ενδιαφέρον είναι προσωρινό, είναι αληθινό.
Για την ώρα στο ραδιόφωνο ακούγονται καψουροτράγουδα. Ευτυχώς η ένταση του ήχου είναι σε χαμηλά επίπεδα. Ο Αντόνιο θα ήθελε να αστειευτεί ότι η μουσική που ακούγεται δεν έχει παιχτεί ποτέ στη Σκάλα του Μιλάνου κι ότι αν παιζόταν εκεί ίσως να ακουγόταν καλύτερη, αλλά δεν θέλει να δώσει την εντύπωση ενός ανθρώπου σνομπ. Πιθανολογεί ότι ο Νίκος δεν έχει διάθεση για κουβέντα. Προφανώς, την ημέρα της γιορτής του θα ήθελε να την περάσει με την οικογένειά του. Ο Αντόνιο σκοπεύει να αποφύγει οποιοδήποτε κοινωνικοπολιτικό σχόλιο, γιατί συχνά μπορεί να παρερμηνευτεί και να οδηγήσει σε εντελώς περιττούς εκνευρισμούς. Άλλωστε ακόμη και δύο καλοί φίλοι μπορούν να αισθανθούν κάποια ψυχρότητα, όταν διαπιστώσουν ακόμη και μια αμυδρή πολιτική διαφωνία. Το πλέον ασφαλές θέμα συζήτησης για δύο ανθρώπους αναγκασμένους να συνεργαστούν και να αλληλεπιδράσουν για επαγγελματικούς λόγους είναι ο καιρός. Μολονότι έχει ενημερωθεί για τις σχετικές προβλέψεις από την ιστοσελίδα της ιταλικής μετεωρολογικής υπηρεσίας, ρωτάει με το ενδιαφέρον που θα έδειχνε ένα μικρό παιδί. Αμέσως μετά την απάντησή του όσον αφορά τον αναμενόμενο καιρό, ο Νίκος σχολιάζει την είδηση της δολοφονίας.
-Σκότωσαν ένα δεκαπεντάχρονο παιδί στην Αθήνα. Επικίνδυνη κατάσταση.
-Για ποιόν λόγο; Τι είπαν στις ειδήσεις;
-Ότι κι αν ειπώθηκε, θα έπρεπε να πυροβολήσει προειδοποιητικά. Αυτός πυροβόλησε κατευθείαν στο παιδί. Εξωφρενικό.
-Ναι, καταλαβαίνω.
Ο Αντόνιο δεν μπορεί να επεκταθεί περαιτέρω. Όμως, ο Νίκος επιμένει.
-Όπως τότε στη Γένοβα. Δολοφόνησαν τον Τζουλιάνι. Θυμάσαι;
Ο Αντόνιο απαντάει ότι φυσικά και θυμάται. Το παιδί δεν πέθανε αμέσως μετά τον πυροβολισμό. Ο οδηγός ενός φορτηγού πέρασε πάνω από το ακόμη ζωντανό σώμα που κείτοταν στην άσφαλτο και ολοκλήρωσε τη δολοφονική πράξη. Μολονότι, ο πατέρας του Αντόνιο ήταν αστυνομικός, ποτέ δεν χρησιμοποίησε το όπλο του, αν και το είχε σκεφτεί, σε στιγμές που κινδύνευσε η ζωή του. Για το λόγο αυτό, ο ιταλός δεν θα μπορούσε να υπερθεματίσει σε μια συζήτηση για την αυθαιρεσία των αστυνομικών. Αν έστω και ένας διέφερε από τους υπόλοιπους (και αυτός ήταν ο πατέρας του), τότε δεν θα μπορούσε να δεχτεί οποιαδήποτε γενίκευση. Με ευκολία, ωστόσο, συμφώνησε ότι οι εν ψυχρώ δολοφονίες από κατάχρηση της εξουσίας των αστυνομικών είναι καταδικαστέες πράξεις. Στη συνέχεια, αποφάσισε ότι ήθελε να στρέψει τη συζήτηση στα επαγγελματικά.
-Η μηχανή μετά την ανακαίνιση θα έχει την ταχύτητα μιας φεράρι. Και η αυτόματη αλλαγή ρολού θα σας λύσει τα χέρια.
-Πολύ ωραία.
-Το μόνο που με προβληματίζει είναι η απόκριση ενός από τα δύο μοτέρ στην έξοδο της μηχανής. Έγινε η αλλαγή στις ψύκτρες όπως είχαμε πει. Έτσι δεν είναι;
-Ναι, βέβαια.
Είναι κάτι που έχει διευκρινιστεί πριν από το ταξίδι. Φαίνεται, ωστόσο, ότι είναι αναγκαία μια ακόμη επιβεβαίωση.
-Αύριο θα σταματήσει η παραγωγή της μηχανής. Είσαστε εντάξει με αυτό;
-Ναι, βέβαια. Όπως το είχαμε πει.
Η διαδρομή είναι αρκετά μεγάλη και ο ιταλός συνεχίζει να μιλάει για τις λεπτομέρειες που τον ενδιαφέρουν. Οι περισσότερες απαντήσεις έχουν δοθεί και η εκ νέου επιβεβαίωσή τους είναι πλεονασμός. Ωστόσο, ποιό άλλο θέμα θα ήταν περισσότερο ασφαλές; Όταν πια εξαντλείται και αυτό, ο έλληνας απελευθερώνεται. Αρχίζει να μιλάει σαν να απευθύνεται σε έναν φίλο.
-Έχω πάει στην Ιταλία, σπεύδει να πει. Στη Ρώμη. Μου άρεσε πολύ το ιταλικό παγωτό. Ακόμη το θυμάμαι. Το παγωτό και τις ιταλίδες.
-Πιο ωραίο το παγωτό από το Κολοσσαίο,ε; αστειεύεται ο ιταλός.
-Ούτε που το θυμάμαι το Κολοσσαίο, απαντάει ειλικρινέστατα ο Νίκος.
-Χαχαχα, κι εγώ όταν σκέφτομαι την Ελλάδα, τη φέτα θυμάμαι. Όχι την ακρόπολη.
-Και οι ελληνίδες είναι ωραίες γυναίκες, όμως, ε;
-Οι γυναίκες είναι ωραίες σε όλες τις χώρες. Προσωπικά, μόνο οι άντρες δεν μου αρέσουν.
Ο έλληνας γελάει εξαιτίας της σοβαρότητας με την οποία αστειεύεται ο ιταλός. Ευτυχώς, σκέφτεται ο Αντόνιο. Προτιμάει να είναι χαλαρός ο οδηγός. Ο δρόμος φαίνεται να έχει κακή ποιότητα οδοστρώματος σε ορισμένα σημεία. Δεν μπορεί ποτέ να αισθάνεται σίγουρος, αν δεν οδηγεί ο ίδιος, με το αυτοκίνητό του και σε ιταλικούς αυτοκινητόδρομους. Αλλά ακόμη και τότε, όχι, δεν μπορείς ποτέ να είσαι σίγουρος. Η άφιξη στο ξενοδοχείο σηματοδοτεί πρωτίστως την αποσόβηση ενός τροχαίου. Τηλεφωνεί στη γυναίκα και το γιο του.
-Έφτασα καλά, αγάπη μου. Πώς είναι τα πράγματα εκεί;
-Όλα καλά. Ο Ρομπέρτο δεν κοιμάται. Έμεινε ξάγρυπνος για να σου μιλήσει.
-Ωραία, δώστον μου. Σ’αγαπώ πολύ. Καληνύχτα.
-Κι εγώ σ’αγαπώ. Καληνύχτα. Να προσέχεις τον εαυτό σου.
Μιλώντας με το γιο του, γίνεται και πάλι καθησυχαστικός. Εκεί που βρίσκεται, είναι όλα ήσυχα. Μόνο λίγο κρύο κάνει. Δεν υπάρχει κανένας κύκλωπας.
-Διαβάζεις την ιστορία για εκείνον τον παράξενο Πολύφημο με το ένα αυτί;
-Δεν έχει ένα αυτί, μπαμπά, αλλά ένα μάτι.
-Α, ναι, σωστά.
Του αρέσει να επιτρέπει στο γιο του να τον διορθώνει. Έτσι, ελέγχει ότι προσέχει και θυμάται ότι διαβάζει. Συνειδητοποιεί ότι αυτή η τάση του να επιθυμεί τον έλεγχο των καταστάσεων, έστω και από απόσταση, δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο παρά τη βαθιά επίγνωση ότι η ζωή δεν υπόκειται σε κανέναν έλεγχο. Θα αρκούσε μια στραβοτιμονιά ενός απρόσεκτου έλληνα για να βρεθεί το όχημα στο οποίο επέβαιναν εκτός πορείας. Και τότε όλα όσα χρειαζόταν για το επαγγελματικό του ταξίδι, θα παρέμεναν στις βαλίτσες εξίσου αχρησιμοποίητα σαν να τα είχε ξεχάσει στο Μιλάνο. Η ενημερωτική ιστοσελίδα δείχνει ότι ομάδες νεαρών έχουν ξεκινήσει να βάζουν φωτιά σε διάφορα σημεία της πόλης σαν οργή για την πρόσφατη δολοφονική πράξη. Το χριστουγεννιάτικο δέντρο στην πλατεία Συντάγματος καίγεται. Αφήνει το κινητό στο μικρό κομοδίνο δίπλα από το κρεββάτι και πηγαίνει στο μπάνιο για να πλύνει τα δόντια του. Σε λίγο, θα πρέπει να κοιμηθεί με ηρεμία. Από αύριο τον περιμένει εντατική δουλειά. Όπως συνήθως άλλωστε. Καθώς κλείνει τα μάτια, όλες οι φιλοσοφικές σκέψεις δίνουν τη σκυτάλη στα ηλεκτρικά διαγράμματα που αφορούν το χειρισμό και τις λειτουργίες της μηχανής. Σκέφτεται εκ νέου τα κρίσιμα σημεία που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε απόκλιση από το χρονοδιάγραμμα. Ίσως το αριστερό μοτέρ στην έξοδο της μηχανής να προκαλέσει κάποια καθυστέρηση. Με λίγη τύχη πάντως, η αλλαγή των ψυκτρών θα εμποδίσει κάποιο πιθανό πρόβλημα. Βαθμιαία, ο ύπνος αφαιρεί από το μυαλό του όλες τις εκκρεμότητες και αρχίζει να επικεντρώνεται σε λεπτομέρειες, όπως το στρώμα χαμηλής ποιότητας ή η ελλιπής θέρμανση. Ευτυχώς, τα σεντόνια ήταν καθαρά. Σε διαφορετική περίπτωση, θα ήταν αναγκασμένος να χρησιμοποιήσει εκείνα που βρίσκονταν στις βαλίτσες του.
Το βράδυ θα ξυπνήσει απότομα από έναν εφιάλτη. Ξαναβλέπει τη σκηνή της δολοφονίας του Carlo Giuliano στην πλατεία Gaetano Alimonda με την απόλυτη ενάργεια ενός αυτόπτη μάρτυρα. Η αίσθηση ότι ήταν ένας διαδηλωτής ανάμεσα στους άλλους τον τρόμαξε. Ωστόσο, δεν μπορεί να εξηγήσει, γιατί είδε ένα τέτοιο όνειρο, αφού κοιμήθηκε χωρίς αγχολυτικό χάπι και, επομένως, χωρίς τις παρενέργειές του.
Πηγαίνει στο μπάνιο για να ουρήσει. Παρατηρεί τα μάτια του στον καθρέφτη και εντοπίζει μια παρόμοια κούραση με εκείνη στα μάτια του Νίκου. Απευθυνόμενος στον εαυτό του, λέει δυνατά τη φράση: «Ο θάνατος θα ΄ρθει και θα ΄χει τα μάτια σου, φίλε.» Δεν θυμάται αν ανήκει σε ποίημα του Cesare Pavese ή κάποιου άλλου. Θυμάται μόνο ότι την άκουσε από τα χείλη της γυναίκας του, τον πρώτο καιρό της γνωριμίας τους. Μόλις την είπε, γύρισε το βλέμμα με τα υπέροχα γαλάζια μάτια της προς εκείνον. Φορούσε γαλάζια μάσκαρα και γαλάζια σκιά. Αν ήταν ποιητής, ίσως να της έλεγε ότι είναι τόσο όμορφη όσο η θάλασσα. Ή κάτι λιγότερο κοινότοπο. Πάντως, το τελευταίο πράγμα που τον ενδιέφερε ήταν να εμπεδώσει την ιδέα ότι ο θάνατος έρχεται με τα μάτια ενός αγαπημένου προσώπου. Ωστόσο, ήταν μια φράση που δεν ξέχασε ποτέ. Η συνήθεια να εντοπίζει πιθανές πηγές κινδύνου σε κάθε περίσταση και να συγκρατεί τη σχετική πληροφόρηση ήταν για εκείνον μια αυτοματοποιημένη διαδικασία.
Θα ξαναπέσει στο κρεββάτι και πάλι χωρίς να πάρει το αγχολυτικό χάπι. Αποκοιμιέται φέρνοντας στο νου την εικόνα με το γιο του και τα γαλάζια μάτια του να λέει: «Μπαμπά, εσύ δεν θέλω να λείψεις ποτέ από εδώ για δέκα χρόνια.» Ύστερα, έρχεται το όνειρο με τον Οδυσσέα που τυφλώνει το μάτι του Πολύφημου. Το μάτι του θανάτου. Θα μπορούσε να παρομοιάσει κανείς αυτό το όνειρο με πρόβλεψη αθανασίας, τουλάχιστον για εκείνο το βράδυ.
Ξυπνάει το επόμενο πρωινό από το χτύπο του κινητού. Δεν τον απασχολεί αν είναι σημαντικός ή αν είναι ο Κανένας, όπως πιστεύει ότι είναι όλοι τη στιγμή που πεθαίνουν. Για κάποιο λόγο, όμως, ελέγχει από ψυχαναγκασμό ότι η ταυτότητά του είναι στη θέση της. Είναι έτοιμος να πλυθεί, να ντυθεί, να πάρει τη βαλίτσα του ηλεκτρολόγου μηχανικού και να πάει στο εργοστάσιο.

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s