11.Σπάραγμα

Και την ίδια ώρα, τι πετύχαμε τα παθιασμένα μυρμήγκια της διανοήσης; Πόσα ολοκαυτώματα αποτρέψαμε, πόσα τάγματα εφόδου αναχαιτίσαμε, πόσα στρατόπεδα συγκέντρωσης διαλύσαμε;”
Πέλα Σουλτάτου, Ανκόρ

Όση ώρα περίμενε η Αγγελική στην καφετέρια τον Πέτρο, μια κοπέλα στο διπλανό τραπέζι έγραφε σε ένα μπλοκ σημειώσεων. Ενίοτε έσβηνε ή έσκιζε σελίδες. Φαινόταν απορροφημένη. Κάποια στιγμή ζήτησε να της αδειάσει ο σερβιτόρος το τασάκι. Κι ωστόσο, πριν φύγει, σκίζει και πετάει ακόμη και την τελευταία σελίδα. Η σκηνή κίνησε την περιέργεια της Αγγελικής. Πριν έρθει, λοιπόν, ξανά ο σερβιτόρος, άλλαξε τραπέζι, ξεδίπλωσε το πεταμένο χαρτί και άρχισε να διαβάζει:

Άραγε τι πετυχαίνουν τα μυρμήγκια της διανόησης; Θα ήθελα να σου δώσω τη δική μου απάντηση. Μπαίνοντας στο facebook, πάτησα το join για να έρθω στη βιβλιοπαρουσίαση του Ανκόρ. Σε τόσες και τόσες βιβλιοπαρουσιάσεις είχα πατήσει join, αλλά τελικώς δεν πήγα. Αυτή τη φορά όμως είχα περιέργεια να καταλάβω τι σημαίνει «πολιτική» ενσάρκωση του θανάτου.
Όταν, λοιπόν, σε άκουσα να δίνεις το spoiler του βιβλίου, ταξίδεψα νοητικά στην Κρήτη. Θυμήθηκα τη γιαγιά μου ενώ ήταν ακόμη ζωντανή, αλλά καθηλωμένη στο κρεβάτι, που είχε μια γυναίκα από τη Βουλγαρία να στέκει στο πλευρό της. Είχε, βέβαια, και τα παιδιά και τα εγγόνια της, αλλά πάντως δεν είχε εμένα. Έπλασα, λοιπόν, νοητικά την εικόνα κάποιος να επιτίθεται στη γυναίκα αυτή μόνο και μόνο επειδή δεν ήταν ελληνίδα. Χωρίς να σκεφτεί αν η γυναίκα αυτή θα προτιμούσε χίλιες φορές να βρίσκεται στη χώρα της στο πλάι της δικής της γιαγιάς ή μάνας. Και η εικόνα αυτή της φαντασίας, μου φάνηκε τόσο άθλια, ακατανόητη και τρομακτική, ώστε παρόλο που ήθελα να βρω το θάρρος να σου μιλήσω (υπερνικώντας το κλασικό δέος που νιώθουν οι αναγνώστες για τους συγγραφείς λες και δεν είναι κανονικοί άνθρωποι) αντ’ αυτού σηκώθηκα και έφυγα.
Κι ωστόσο γυρνώντας με το μετρό πίσω στην ασφάλεια και την ησυχία του σπιτιού, άρχισε αναπόδραστα μέσα μου ένα brainstorming από το οποίο η πλέον αξιοσημείωτη λεπτομέρεια έχει ως εξής: λίγες μέρες μετά τη δολοφονία του Παύλου, μπήκα σε ένα ταξί. Δεν είχα διάθεση, ως συνήθως, να μιλήσω με τον ταξιτζή για κανένα θέμα. Όμως, ο ταξιτζής είχε ανάγκη να μιλήσει και ξέσπασε: «Εγώ τους ψήφισα, αλλά αυτό που έγινε ήταν έγκλημα. Σκότωσαν το παλικάρι.»
Κι επανερχόμαστε στο σημείο με τα μυρμήγκια της διανόησης. Άραγε τι καταφέρνουν; Καταφέρνουν να μας θυμίσουν (σε εμάς του μορφωμένους που ενίοτε κοροϊδεύουμε τους ταξιτζήδες στα social media) αυτό που ο ταξιτζής ήδη ξέρει, κι ας μην έχει διαβάσει λογοτεχνία: ότι πρέπει να μιλάμε με θάρρος για την αδικία. Γιατί αυτό είναι πιο σημαντικό από ένα παιχνίδι ματαιοδοξίας (όπως γίνεται μερικές φορές η τέχνη). Ή ίσως και να κάνω λάθος. Γιατί αυτό είναι η τέχνη. Ένα σπάραγμα, μια μορφή επικοινωνίας, μια στιγμή που οι άνθρωποι ενώνουν τη σκέψη τους έστω και για μια στιγμή, γιατί η αδικία είναι αδικία ακόμη κι αν δε γίνεται σε εμάς, αλλά σε κάποιον άλλον. Κι ωστόσο…

Έτσι, τέλειωνε αυτό που έμοιαζε με γράμμα. Κι ωστόσο τι; Ένα ταξί κίτρινο σαν ήλιος σταμάτησε έξω από την καφετέρια. Ήταν ο Πέτρος.
Ο ήλιος ήταν φωτεινός, έλαμπε και ενέπνεε αισιοδοξία σαν το Ανκόρ. Ο ήλιος που θα μας καλέσει όλους μια μέρα κοντά του. Ηλιοκαλέσματα.
Καθώς βλέπει τον Πέτρο να μπαίνει μέσα στην καφετέρια, η Αγγελική σκέφτεται: “Η τέχνη και η εξέγερση δεν θα πεθάνουν παρά μόνο με τον τελευταίο άνθρωπο. Ο Καμύ δεν το είπε αυτό; Να θυμηθώ να το γκουγκλάρω…”

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.