William Faulkner, Η βουή και η μανία

Οποιοδήποτε σχόλιο για το βιβλίο χωρίς αναφορά στα λόγια του Μάκβεθ που προτάσσονται είναι πραγματικά εντελώς ελλιπής:
Life’s but a walking shadow, a poor player
That struts and frets his hour upon the stage
And then is heard no more: it is a tale
Told by an idiot, full of sound and fury,
Signifying nothing.

Κι ενώ ήμουν έτοιμη να γράψω ότι δεν το θεωρώ αριστούργημα, ξαφνικά με αφυπνίζουν οι λέξεις “sound and fury” και καταλαβαίνω γιατί ο Μάτεσις έκανε λόγο για άθλημα πνευματικό αναφερόμενος στην ανάγνωση του μυθιστορήματος.

Ο Μπεν αφηγείται ό,τι συμβαίνει καταγράφοντας τα συμβάντα και τα λόγια των ανθρώπων γύρω του. Δε συσχετίζει, δεν κρίνει, δεν μιλάει. Οι αισθήσεις του όμως είναι σε εγρήγορση: “Περάσαμε από τα φύλλα. Έβγαζαν μικρή βουή.”, “Μόλις είδα τα μάτια της άρχισα να κλαίω” και φυσικά μια φράση που επισκιάζει τα πάντα: “Η Κάντυ ευωδίαζε σαν δέντρα μέσα σε βροχή”.

Η αφήγηση του Κουέντιν άλλοτε κουράζει, άλλοτε έχει ευφυείς διατυπώσεις: “Ο άνθρωπος είναι το άθροισμα των κλιματολογικών του εμπειριών είχε πει ο Πατέρας. Ο Άνθρωπος είναι το άθροισμα από ό,τι σας κάνει κέφι.”, άλλοτε είναι ποιητική: “Κι άλλη μια κίτρινη πεταλούδα σαν απόκομμα του ήλιου που παράπεσε.”

Καθώς ξεκινάει η αφήγηση του πρακτικού, ορθολογιστή και αντιπαθέστατου Τζέισον, η ανάγνωση γίνεται ευκολότερη, αλλά ταυτόχρονα προκαλεί θλίψη η διαπίστωση ότι ο πλέον “λογικός” της οικογένειας -και άδειος από αγάπη- δεν γίνεται ούτε λεπτό συμπαθής παρά το γεγονός ότι είναι θύμα όπως οι πάντες. Λέει χαρακτηριστικά: “…και τότε θα μας τσουβαλιάσουν οικογενειακώς για το άσυλο του Τζάκσον. Όπου και θα μας έχουν οι τρόφιμοι επίσημη υποδοχή:«Επιτέλους γυρίσατε στο σπίτι σας!»”

Τέλος, η αφήγηση του ίδιου του συγγραφέα αποσαφηνίζει (όπως και η προηγούμενη αφήγηση του Τζέισον) περισσότερο τα πράγματα. Δε μαθαίνουμε ποτέ τι σκέφτεται η Κάντυ, η οποία, ωστόσο, είναι περισσότερο παρούσα κι από την ίδια μητέρα. Μια μητέρα που θυμίζει μάλλον ένα παράσιτο ειδικά όταν μιλάει για την αυτοκτονία του γιου της. Λέει: “Διότι εγώ είμαι κυρία! Μπορεί να το αμφισβητείς αν κρίνεις από τα παιδιά μου, πλην όμως είμαι!”.

Όσο περισσότερο γράφω για το βιβλίο τόσο περισσότερο αρχίζω να το αγαπάω, αν και δυσκολεύτηκα πολύ να μην το αφήσω στο σημείο που διάβαζα το ποτάμι των συνειρμών του Κουέντιν.

Κι αν πρέπει κάτι να ακουστεί, αυτό είναι το κλάψιμο του Μπεν που “δεν ήταν θρήνος ούτε άλλο τίποτα. Μονάχα ήχος. Θα μπορούσε να περικλείνει όλους τους πριν αιώνες και την αδικία και τη θλίψη που για μια στιγμή έγιναν φωνή χάρη σε μια συζυγία πλανητών.”

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.