Фёдор Михайлович Достоевский, Έγκλημα και Τιμωρία

Γιατί ένα βιβλίο που γράφτηκε στα μέσα του 19ου αιώνα ανήκει σταθερά σε εκείνα που είναι “έγκλημα” να μην έχει διαβάσει κάποιος;
Ο Ρασκόλνικωφ διαπράττει ένα διπλό φόνο και κατορθώνει να αποφύγει τον εντοπισμό και τη σύλληψή του χάρη σε ορισμένα τυχαία περιστατικά. Με εναρκτήριο λάκτισμα αυτό το συμβάν αναδύονται οι υπόλοιποι χαρακτήρες και ξεδιπλώνονται τα περιστατικά που καθιστούν το βιβλίο απόλυτα μαγνητικό τόσο ως προς την πλοκή αυτή καθεαυτή όσο και ως προς τις σκέψεις και τους διαλόγους των ηρώων.
Διάφορες σκέψεις προκύπτουν με αφορμή την ανάγνωση αυτή.
Η κλασική σκέψη ενός αναγνώστη του “Εγκλήματος και Τιμωρίας” περιστρέφεται γύρω από το φόνο. Έχει ποτέ το δικαίωμα ο άνθρωπος να αφαιρέσει μια άλλη ανθρώπινη ζωή, εάν κρίνει ότι δικαιολογείται από ένα σκοπό ή μια ιδέα; Η πλέον αναμενόμενη απάντηση είναι πως όχι. Τότε γιατί στήνονται ανδριάντες σε τόσους ηγέτες που αφαίρεσαν τόσες ζωές, αναρωτιέται ο Ρασκόλνικωφ. Αν για να επιτευχθεί κάτι σημαντικό (όπως οι ανακαλύψεις του Κέπλερ ή του Νεύτωνα) θα ήταν αναγκαίο να θυσιαστεί ένας ή περισσότεροι άνθρωποι, τότε θα ήταν δικαίωμα και καθήκον του εκάστοτε Νεύτωνα να σκοτώσει προκειμένου να προσφέρει στην ανθρωπότητα τις ανακαλύψεις του. Έτσι διατείνεται ο Ρασκόλνικωφ. Ο αναγνώστης βέβαια είναι υποχρεωμένος να στοχαστεί πάνω σε αυτό πριν συμφωνήσει ή διαφωνήσει άκριτα.
Κι ωστόσο, ο ίδιος ο κεντρικός ήρωας φαίνεται να καταρρέει ψυχικά μετά την πράξη του, όχι τόσο για τις συνέπειες ή την κοινωνική κατακραυγή όσο από την ίδια τη φύση της πράξης αυτής. Παρά το γεγονός ότι πιστεύει πραγματικά ότι ο θάνατος εκείνης της γριάς τοκογλύφας “δεν ήταν έγκλημα”, σύντομα μετά το φόνο αρχίζει να σκέπτεται την ομολογία. Είναι άραγε ένας εσωτερικός ψυχολογικός νόμος που το επιβάλλει ή οι πεποιθήσεις της κοινωνίας της οποίας αποτελεί μέλος; Σε κάθε περίπτωση, στην πορεία της ιστορίας, οι σκέψεις αυτές χάνονται. Τελικά, όμως, είναι το βλέμμα της Ντούνια που αναγκάζει το Ρασκόλνικωφ να ομολογήσει κι όχι ο εαυτός του. Η Ντούνια άλλωστε ανέκτησε την αυτοεκτίμησή της μέσα από το σεβασμό που έδειξε απέναντί της ο Ρασκόλνικωφ. Έτσι, είναι φανερό ότι οι ανθρώπινες σχέσεις μολονότι μπορούν να διαβρωθούν από την αθλιότητα και τη μιζέρια, δεν παύουν να διατηρούν εν δυνάμει τη δυνατότητα να αναζωογονήσουν τους ανθρώπους.
Και η περίπτωση του Σβιντριγκάϊλωφ; Ο πλέον διεφθαρμένος και απεχθής χαρακτήρας της ιστορίας γίνεται ο πιο τραγικός και συμπαθής τελικά. Κουβαλώντας το μοτίβο της ατιμίας που αναφέρεται στην “Εξομολόγηση του Σταυρόγκιν“, αυτή τη φορά ο Ντοστογιέφσκυ φαίνεται να θέλει να δώσει ένα τέλος στην ηθική παρακμή του εγκληματία. Ο ίδιος ο Σβιντριγκάϊλωφ οδηγεί τον εαυτό του στην έσχατη τιμωρία, αφού δεν μπορεί να απαλλαγεί από τις δαιμονικές εμμονές του. Με ένα τρόπο, μοιάζει να είναι είναι θύμα της Ντούνια. Η Ντούνια δεν τον αγαπάει και δεν μπορεί να τον αγαπήσει. Δεν μπορεί να τον συγχωρήσει. Έτσι, δεν του δίνει την ευκαιρία να εξιλεωθεί για τις πράξεις του μέσα από την ανταπόκρισή της στην αγάπη του. Κι ενώ κανείς δεν μπορεί να την κατηγορήσει γι’αυτό, ίσως θα μπορούσε να ειδωθεί η ιστορία του Σβιντριγκάϊλωφ αντίστροφα. Δηλαδή εκείνος ως θύμα και εκείνη ως δράστης εξαιτίας του ότι δεν τον συγχωρεί. Άλλωστε, οι ανιδιοτελείς πράξεις στις οποίες καταφεύγει ο Σβιντριγκάϊλωφ πριν πεθάνει αποδεικνύουν ότι ακόμη κι ένας εγκληματίας μπορεί να είναι ταυτόχρονα αθώος ή καλύτερα θύμα της ανθρώπινής του ιδιότητας.
Ο Ντοστογιέφσκυ θέλει να δώσει ένα τέλος στην τρέλα αφήνοντας μια νέα πνοή στο τέλος. Δεν εφησυχάζει όμως. Μιλώντας για ένα νέο μυθιστόρημα αφήνει να διαφανεί ότι η ζωή δεν βάζει ποτέ τελεία σε καμμία κατάσταση. Όλα διαρκώς ρέουν.

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.