Γιάννης Μακριδάκης, Η δεξιά τσέπη του ράσου

Ένας χωριανός, ο Μάρκος, φέρνει μια σκυλίτσα, τη Σίσσυ, για παρέα στον μοναχό Βικέντιο. Η παρουσία της και η επακόλουθη απώλειά της γίνονται το εναρκτήριο λάκτισμα για το ξεδίπλωμα της ιστορίας. Οι εικόνες της ζωής και ο πόνος της απώλειας που φέρνει ο θάνατος συνυφαίνονται με φυσικότητα. Οι κότες που περιμένουν το τριφύλλι τους, η γάτα που ανυπομονεί για τη ζεστασιά της στόφας, οι επισκέπτες του μοναστηριού, τα κουτάβια που παλεύει να κρατήσει στη ζωή ο Βικέντιος, όλα ξεπηδούν μπροστά στα μάτια του, ενώ πενθεί για το χαμό της σκυλίτσας, αλλά και συνεχίζει να πονάει για τους θανάτους των καλόγερων που προηγήθηκαν.
Ο απόηχος της νουβέλας είναι η ομορφιά της ζωής που αναδύεται τόσο καθαρά, ώστε κλείνοντας το βιβλίο, βλέπεις ακόμη μπροστά σου τη βάρκα που διασχίζει τη θάλασσα.
“Άραγε όλη η ζωή είναι μια παύλα στο μνήμα;” αναρωτιέται ο Βικέντιος. Η ζωή απαντάει τη νύχτα που πεθαίνει ο Αρχιεπίσκοπος, όταν η Σίσσυ γεννάει τα κουτάβια της.

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.