William Faulkner, Καθώς ψυχορραγώ

Το μυθιστόρημα As I Lay Dying του Faulkner, που μεταφράστηκε από τον Κουμανταρέα με τον τίτλο ”Καθώς ψυχορραγώ”, είναι ένα μικρό αριστούργημα, που διατηρεί το ενδιαφέρον αμείωτο μέχρι και την τελευταία σελίδα. Όχι, δεν πρόκειται για αστυνομικό μυθιστόρημα.
Η πλοκή αναδύεται μέσα από τις πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις των βασικών ηρώων, αλλά και δευτερευόντων προσώπων. Μέσα από το πρίσμα του κάθε αφηγητή συντίθεται το παζλ της αφήγησης και, παράλληλα, αποκαλύπτονται οι σκέψεις και οι ανθρώπινες αδυναμίες των ηρώων. Από νωρίς ξέρουμε ότι η ιστορία περιστρέφεται γύρω από τη μεταφορά της σορού της μάνας στο Τζέφερσον, ώστε να ταφεί κοντά στους συγγενείς της, όπως της υποσχέθηκε ο άντρας της. Κι όμως, παρά το γεγονός ότι ξέρουμε το τέλος της ιστορίας, το ενδιαφέρον γίνεται ολοένα και μεγαλύτερο, καθώς ο αναγνώστης παρασύρεται από τη ροή της αφήγησης. Αυτά συμβαίνουν, αν κανείς επιμείνει στο κείμενο και σκαλίσει κάτω από την κρούστα των ιδιωματισμών (που αναπόφευκτα διατηρήθηκαν σε μια όσο το δυνατόν πιστή μετάφραση) ή άλλων δυσκολιών του κειμένου που επισημαίνονται στον πρόλογο από τον μεταφραστή. Κι όμως το κείμενο, παρά τις δυσκολίες του, είναι πράγματι σχεδόν εθιστικό.
Όμως, ο Faulkner δεν είναι σπουδαίος συγγραφέας απλώς και μόνο επειδή κορυφαίνει σταδιακά το ενδιαφέρον. Τα θέματα που επιλέγει να θίξει μέσα από μια ιστορία στην οποία φαινομενικά συμβαίνουν ¨λίγα πράγματα¨ είναι όλα σημαντικά και προκαλούν τη σκέψη του αναγνώστη. Καθώς διάβαζα το βιβλίο, σκεφτόμουν ότι ίσως καταλαβαίνω τον Κουμανταρέα όταν γράφει στον πρόλογο ότι ”οι σκέψεις του δεν εκφράζουν παρά ξεφτίδια μόνο μιας σειράς συλλογισμών που έγιναν με αφορμή ετούτη τη μετάφραση”.

Θα εστιάσω σε ένα απόσπασμα της Ντιούη Ντελλ χωρίς να το θεωρώ το μοναδικό αξιόλογο ή το μοναδικό δυνατό κομμάτι του βιβλίου: ”Άκουσα πώς η μάνα μου είναι πεθαμένη. Θα ‘θελα να ‘χα τον καιρό να την αφήκω να πεθάνει. Θα ‘θελα να ‘χα τον καιρό να το ‘θελα. Είναι γιατί μέσα στην έρμη κι αφανισμένη γης τόσο νωρίς τόσο νωρίς. Δεν είναι που δεν το ‘θελα, και που δεν το μπορώ, παρά είναι που ‘ναι τόσο νωρίς τόσο νωρίς τόσο νωρίς.” Προσωπικά, όσες φορές και να διαβάσω αυτές τις προτάσεις ποτέ δεν συγκινούμαι λιγότερο…

Είναι αξιοσημείωτο ότι το έργο γράφτηκε μέσα σε έξι βδομάδες, ενώ ο Faulkner εργαζόταν νυχτερινή βάρδια σε ηλεκτρικό σταθμό.

This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.